Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄραδος" on this wiki. See also the other search results found.

  • de κέλαδος, ὅμαδος. < ἄραδος Ἄραδος > ἄραδος, -ον pequeño μορμύρους ἀράδους Gp.20.42, cf. dud. Hsch.α 6936. Source: ἄραδος ἄραδος, ο (Α) αναταραχή στο
    5 KB (401 words) - 14:05, 2 October 2019
  • ου (ἡ) : Arados, île et ville près la côte de Phénicie. Étymologie:. Ἄραδος: ἡ Арад (город в сев. Финикии) Her.
    218 bytes (20 words) - 17:08, 31 December 2018
  • ἄραδος, ο (Α) αναταραχή στο στομάχι, γουργούρισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιωνικός τ. λέξης της ιατρικής κυρίως ορολογίας, η οποία παρά τη χρήση της ως τεχνικού όρου
    879 bytes (68 words) - 20:40, 22 December 2018
  • ἄραδος, ἄμυξις, αἱμάτωσις, γαργαλισμός, γάργαλος, ἀγγρία, διαγανάκτησις, γαργαλίζω, ἑλκώδης, γάργασις, διερεθισμός, ἐκτάραξις, δυσχερασμός, ἀγριαῖνον,
    533 bytes (22 words) - 07:10, 22 August 2017
  • διασπασμός, ἄραδος, ἀλλοίωμα, ἀλλοίωσις, ἐξαλλαγή, ἐναλλαγή, ἔκστασις, διαστροφή, διάφορος, ἀλλοτρίωσις, δόλωσις, ἀλλοιότης
    296 bytes (12 words) - 06:55, 22 August 2017
  • διασπασμός, ἀσυστασία, ἄραδος, ἐναλλαγή, ἀναστάτωσις, διαστροφή, ἔκταξις, ἐνόχλησις, ἐνόχλημα, ἀνατροπή, ἀναστροφή
    277 bytes (11 words) - 07:23, 22 August 2017
  • δόνημα, ἀνάφυρσις, ἀλύκη, διαπτόησις, ἀλυχή, δόνησις, ἀσυστασία, διασόβησις, ἄραδος, διαστροφή, βράσμα, βληστρισμός, ἄλυς, βάσανος, διάστασις, ἐκβρασμός
    377 bytes (17 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἄραδος, διάσφυξις, ἅλσις, ἀναπήδησις, ἅλμα
    116 bytes (5 words) - 06:42, 22 August 2017
  • στόμα γίγνετ' ὀδόντων Il.10.375, cf. Hes.Sc.404, Hld.5.3; prob. f.l. for ἄραδος in Plu.2.654b.    2 generally, rattling, ringing, σάκεος Call.Del. 147.
    4 KB (386 words) - 14:05, 2 October 2019
  • αρρηνής). Παρά τις διαφορετικές της χρήσεις η λ. συνδέεται με τα άραβος και άραδος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    906 bytes (67 words) - 12:32, 8 January 2019
  • ταράξει, and ἀράδηται· κεκόνηται (prob. -κίν-) , συγκέχυται, Hsch.; cf. ἄραδος.
    492 bytes (11 words) - 12:57, 7 January 2017
  • On the anlaut Schwyzer 310 α. Onomatopoietic, Pre-Greek? Cf. ἄραβος and ἄραδος. ἀράζω: auch ἀρράζω {arázō} Forms: Daneben ἀρρίζω (AB) und das reduplizierte
    3 KB (248 words) - 14:15, 2 October 2019
  • πνεύματι δροσερῷ ἐμπιμπλάμενοι Clem.Al.Paed.Hym.51. 2 de aguas cristalinas Ἄραδος Phryn.Trag.9, δροσερὰ ... συνεχὴς κλειτύς E.Hipp.226, cf. Cyc.50, πηγαί
    6 KB (531 words) - 11:25, 14 January 2019
  • Etymology: Expressive and poetic onomatop., in suffix agreeing with κέλαδος, ἄραδος and other sound-words; for -β- cf. φλοῖσβος, ὄτοβος a.o.; positing an IE
    6 KB (513 words) - 13:51, 2 October 2019
  • -α, -ον aradio ét. de Arado, Hdt.7.98, Str.16.2.12, St.Byz.s.u. Ἄραδος. Source: Ἀράδιος Ἀράδιος: ὁ уроженец или житель города Арад Her.
    218 bytes (28 words) - 12:08, 31 December 2018
  • Aradus (os), ī, f. (Ἄραδος), berühmte phönizische Inselstadt, j. Ruâd, Cic. ad. Att. 9, 9, 2. Curt. 4, 1, 5. – Dav. Aradius, a, um, zu Aradus gehörig,
    324 bytes (46 words) - 08:25, 15 August 2017
  • τρίξιμο των δοντιών 2. κρότος, χτύπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. (πρβλ. άραδος) με επίθημα -βος, η οποία ανήκει στη σημασιολογική ομάδα των λέξεων που
    903 bytes (72 words) - 20:40, 22 December 2018
  • Πρόκειται πιθ. για ονοματοποιημένη λ. αβέβαιης ετυμολογίας (πρβλ. άραβος, άραδος). Η υπόθεση ότι το ρ. αράσσω είναι συγγενές με το ῥᾱττω / ῥήσσω «χτυπώ,
    2 KB (128 words) - 11:10, 23 December 2018
  • Арад = Ἄραδος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    37 bytes (37 words) - 06:00, 14 October 2019
  • [Seite 343] Hesych. κινέω, θορυβέω. ἀραδέω: ἴδε ἄραδος. • Prosodia: [ᾰρᾰ-] resonar, chocar estrepitosamente, Il.13.187 (ap. crít.), cf. Hsch. Source:
    338 bytes (22 words) - 12:17, 21 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)