Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄροτρον" on this wiki. See also the other search results found.

  • ralo. Source: ἄροτρον from aroo (to till); a plow: plough. ἄροτρον: τό (ἀρόω), αλέτρι, άροτρο, Λατ. arātrum, σε Όμηρ. κ.λπ. ἄροτρον: (ᾰ) τό тж. pl
    6 KB (581 words) - 13:17, 3 October 2019
  • subs. P. and V. ἄροτρον, τό (Aesch., Frag.). v. trans. P. and V. ἀροῦν; see also cultivate. Met., traverse: Ar. and P. διαβαίνειν, P. and V. διαπερᾶν;
    336 bytes (46 words) - 11:00, 7 August 2017
  • αλέτρι», καταπιάστηκε με σκληρή ή μονότονη δουλειά. [ΕΤΥΜΟΛ. Από το αρχ. ουσ. ἄροτρον > υποκορ. ἀρότριον > ἀρότρι > ἀρέτρι (με τροπή του ο σε ε) > αλέτρι με ανομοίωση
    1 KB (96 words) - 15:13, 15 January 2019
  • το (AM ἄροτρον) το αλέτρι αρχ. μτφ. στον πληθ. «ἄρσενα πατρὸς ἄροτρα» — τα γεννητικά όργανα του άντρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ar∂3-tro-, όπου το ∂3 αντιπροσωπεύεται
    2 KB (126 words) - 20:40, 22 December 2018
  • ἄλυτρον, ἄρατρον, βωλοστρόφιον, βωλοστροφικόν, ἄροτρον, ἄλεστρον
    162 bytes (6 words) - 06:43, 22 August 2017
  •    II (πήγνυμι 11) well put together, compacted, built, of wood-work, ἄροτρον Il.10.353, Od.13.32; opp. αὐτόγυος, Hes.Op.433; π. ἕδος a chair of several
    12 KB (988 words) - 12:50, 15 February 2019
  • τό, Cret.,    A = ἄροτρον, GDI4992aii5 (Gortyn). -ου, τό arado en una rel. de aperos ICr.4.75b.5 (Gortina). • Etimología: De la raíz *H2erHu̯2 que da
    736 bytes (46 words) - 12:17, 21 August 2017
  • οἴνοπι πόντῳ νῆα θοὴν ἰθύνει», Ομ. Ιλ. β. «ὣς τ' ἐν νειῷ, βόε οἴνοπε πηκτὸν ἄροτρον... τιταίνετον», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + -οψ (πιθ. < ὄψ «όψη», βλ. και
    876 bytes (65 words) - 12:07, 29 September 2017
  • ărātrum: i, n. ἄροτρον, I a plough (the inventor of which was Byzyges, acc. to Plin. 7, 56, 57, § 199; or Triptolemus, acc. to Verg. G. 1, 19. The parts
    2 KB (313 words) - 20:20, 27 February 2019
  • l’acier. Étymologie: ἀδάμας. ᾰδᾰμάντῐνος    1 of adamant ἀδαμάντινον ἄροτρον σκίμψατο (P. 4.224) (ἀδᾰμάντῐνος) -η, -ον • Morfología: [-ος, -ον Philostr
    5 KB (455 words) - 11:35, 9 January 2019
  • -άω, Α οργώνω μαζί ή ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἀροτριῶ «οργώνω» (< ἄροτρον)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    675 bytes (40 words) - 12:37, 29 September 2017
  • ἀναφερομένη ἀπαρέμφατος θὰ ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀρόϝμεναι· ἐντεῦθεν καὶ ἀροτήρ, ἄροτος, ἄροτρον, πρβλ. Λατ. aro, aratrum, arvum· ― Γοτθ. arjam (ἀροτριᾶν), Παλαιο-Σκανδιν
    15 KB (1,487 words) - 14:15, 2 October 2019
  • αναλογικά προς τα πολλά ουσ. σε -τρον που δήλωναν μέσο, εργαλείο, όργανο (πρβλ. ἄροτρον, βάκτρον, μάκτρον, πλῆκτρον κ.λπ.). ΠΑΡ. ἀλαβαστρίνη, ἀλαβάστρινος, ἀλαβαστρίτης
    2 KB (150 words) - 10:10, 23 December 2018
  • 116, al.    3 draw at full stretch, ἅρμα τ. Il.2.390; βόε οἴνοπε πηκτὸν ἄροτρον . . τιταίνετον 13.704: abs., τιταίνετον haste along, 23.403.    4 Pass.
    19 KB (1,644 words) - 15:55, 2 October 2019
  • Palaemon squilla, Arist.HA525b1, cf.549b12; of birds, Id.IA710b18; also ὑπὸ κ. ἄροτρον IG14.2012.14 (Sulp. Max.); cf. κύφων 1.    II curved, round, of a cup, Ath
    5 KB (451 words) - 13:50, 2 October 2019
  • wie ἐννοσίγαιος (w. m. s.), Hom. oft, u. folgende Dichter. – Auch Adj., ἄροτρον Euphorion bei B. A. 864, 11; Eust. θάλασσα. ονος (ὁ) : qui ébranle la
    2 KB (203 words) - 20:04, 31 December 2018
  • ἡμιόνων, αἱ γάρ τε βοῶν προφερέστεραί εἰσιν ἑλκέμεναι νειοῖο βαθείης πηκτὸν ἄροτρον the range of mules, i.e. the breadth of land ploughed in a day by mules
    9 KB (968 words) - 15:30, 2 October 2019
  •    A press forward, ἄροτρον σκίμψατο καὶ βόας Pi.P.4.224; cf. < σκίμπτομαι: σκήπτομαι, ἐμπήγομαι, καρφώνομαι, μεθαρμόζομαι, ἄροτρον σκίμψατο καὶ βόας Πινδ
    5 KB (428 words) - 15:50, 2 October 2019
  • ὀφνίς: «ὕννις, ἄροτρον» Ἡσύχ. Grammatical information: ? Meaning: ὕννις, ἄροτρον H. Origin: IE [Indo-European] [1179] *u̯ogʷhnis coulter, ploughshare
    1 KB (148 words) - 15:45, 2 October 2019
  • [Seite 899] = σκήπτω; ἄροτρον σκίμψατο καὶ βόας, Pind. P. 4, 224, einfügen, eindrücken. Nach Hesych. wie σκίπτω, = ὀκλάζω.
    257 bytes (18 words) - 19:47, 2 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)