Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄρτημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • prob. colgante o pendiente Hsch. II ἄρτημα· διαθήκη. δίκη ἀρτήματος Hsch.α 7510; cf. ἄρτυμα. Source: ἄρτημα ἄρτημα, το (Α) αρτώ 1. το κρεμαστό στολίδι
    4 KB (287 words) - 17:50, 10 January 2019
  • ἀτασθαλία, δυσένδοτος, ἀντίπραξις, ἀντιτυπία, ἀντιστηριγμός, ἀντίβασις, ἄρτημα
    525 bytes (20 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἄρτημα, το (Α) αρτώ 1. το κρεμαστό στολίδι, το σκουλαρίκι 2. το σχοινί για ανάρτηση 3. η σημαδούρα 4. στον πληθ. οι σύνδεσμοι που συνδέουν κυρίως τα μέρη
    398 bytes (39 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ἀπάρτησις, ἐξάρτημα, ἀρειθύσανος, ἐκκρεμής, ἔντροφος, ἀποκρεμής, ἄωρος, ἄρτημα
    238 bytes (10 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἀπόνευμα, ἔγκλιμα, ἔλλοιπος, ἀάνθα, ἆπος, ἔκνευμα, ἐνώδιον, ἐλλόβιον, ἔντροφον, ἄρτημα
    347 bytes (16 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἐξάρτημα, ἄρμα, ἔλασμα, βρῖθος, βριθοσύνη, ἀχθηδών, βάρος, βαρίη, βαρύτης, ἄρτημα
    310 bytes (15 words) - 06:51, 22 August 2017
  • αἰώρησις, βάσταγμα, βασταγή, βασταγμός, ἐγκλεισμός, ἐξάρτησις, ἀνάσχεσις, ἄρτημα, ἄρτησις, ἐκκρέμασις, ἐκκρεμασμός, ἀνάρτησις, ἀνάληψις, ἐνάρτησις
    349 bytes (14 words) - 07:22, 22 August 2017
  • βάτος, δίπτυον, βαιθάρα, ἀμφοράριον, ἀχάνη, δίλετον, δοχή, γανίς, ἀπόρρυμα, ἄρτημα
    312 bytes (14 words) - 07:12, 22 August 2017
  • εἰλινή, ἀγχόνη, ἄμπρον, ἄρτημα
    90 bytes (4 words) - 07:21, 22 August 2017
  • ἄρτημα
    33 bytes (1 word) - 06:53, 22 August 2017
  • ἀγκτήρ, ἄρτημα
    52 bytes (2 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἄρτημα
    33 bytes (1 word) - 06:51, 22 August 2017
  • ἄρτημα
    33 bytes (1 word) - 06:46, 22 August 2017
  • σχηματισμό που συνδέεται με το αείρω (ΙΙ) «συνάπτω, συνδέω». ΠΑΡ. αρχ. αρτάνη, άρτημα, άρτησις (Ι). ΣΥΝΘ. αναρτώ, απαρτώ, εξαρτώ, προσαρτώ, συναρτώ αρχ. διαρτώ
    1 KB (80 words) - 06:58, 29 September 2017
  • information: v. Meaning: bind to, hang upon, fasten to (Hdt.). Derivatives: ἄρτημα several objects, like ear-pendant (Hdt.), weight (Arist.) etc.; ἀρτάνη rope
    15 KB (1,395 words) - 13:41, 2 October 2019
  • 95. ῶν (αἱ) : sorte de pendants d’oreilles. Étymologie: δίοπος². Syn. ἄρτημα, ἕλιξ², ἐλλόβιον, ἕρμα². -ῶν, αἱ 1 pendientes o zarcillos διόπας, διάλιθον
    903 bytes (79 words) - 18:44, 31 December 2018
  • ἄρτημα
    33 bytes (1 word) - 06:57, 22 August 2017
  • ἀγλάϊσμα, ἀνπίδημα, διακόσμησις, ἔνθεμα, ἄγαλμα, ἀνάθημα, ἀκρούλιον, βόστρυχος, ἄρτημα adorno adornare, adornavi, adornatus V TRANS :: equip, get ready, prepare;
    5 KB (623 words) - 22:25, 27 February 2019
  • metaph., ἡ ἀνάπαυσις τῶν πόνων ἄ. Plu.2.9c.    II = διαθήκη, δίκη, Hsch. (cf. ἄρτημα). [Seite 363] τό, Zubereitung von Speisen, βορᾶς Soph. frg. 601; Aesch
    3 KB (277 words) - 16:45, 9 January 2019
  • Π. 3. 203. ου (τό) : pendant d’oreilles. Étymologie: ἐν, λοβός. Syn. ἄρτημα, δίοπαι, ἕλιξ², ἕρμα². -ου, τό • Grafía: ἐνλ- Hsch. • Grafía: graf.
    2 KB (209 words) - 21:45, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)