Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄτεχνος" on this wiki. See also the other search results found.

  • la cocina por oposición a la medicina, Pl.Grg.501a. Source: ἄτεχνος -η, -ο (AM ἄτεχνος, -ον) τέχνη Ι. 1. αυτός που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του έντεχνου
    8 KB (804 words) - 11:55, 10 January 2019
  • -η, -ο (AM ἄτεχνος, -ον) τέχνη Ι. 1. αυτός που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του έντεχνου, άκομψος, απλοϊκός 2. (για πράγμα) κακοφτιαγμένος 3. (για πρόσ.)
    843 bytes (70 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ἀβρέβις, ἐμπορία, ἄτεχνος, ἐμπειρία, δύναμις, δημιουργία, δαμνάριος, ἐντόλιον
    193 bytes (8 words) - 06:46, 22 August 2017
  • al.; also, mere practice, routine, opp. true art, οὐκ ἔστι τέχνη, ἀλλ' ἄτεχνος τ. Pl.Phdr. 260e; τριβῇ καὶ ἐμπειρίᾳ, opp. τέχνῃ, ib.270b, cf. Grg.463b
    16 KB (1,298 words) - 01:55, 10 January 2019
  • adj. P. ἄτεχνος, ἀνεπιστήμων, P. and V. ἄπειρος, ἀμαθής, V. φλαυρουργός. Incompetent: P. and V. φαῦλος, κακός, Ar. and P. ἀδύνατος, πονηρός, μοχθηρός.
    388 bytes (40 words) - 10:08, 21 July 2017
  • ἄτεχνος, ἀτεχνής, ἄκαιρος, ἀνεντρεχής
    104 bytes (4 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἄτεχνος, ἀτράγῳδος, ἀφελής, ἀπερίεργος, ἀπεριέργαστος, ἀδιάσκευος
    167 bytes (6 words) - 06:58, 22 August 2017
  • adv. sans art, au hasard ou grossièrement. Étymologie: ἄτεχνος. ἀτέχνως: επίρρ. του ἄτεχνος, I. χωρίς τους κανόνες της τέχνης, εμπειρικά, σε Ξεν., Πλάτ
    6 KB (479 words) - 20:10, 9 January 2019
  • who does or handles a thing by the rules of art, skilled workman, opp. ἄτεχνος, Pl.Sph.219a, cf. Hp.VM4, Arist.Rh.1397b23, Gal.6.155, 18(2).245; opp. ἰδιώτης
    10 KB (881 words) - 14:03, 20 October 2019
  •    A = ἄτεχνος, S.E.M.7.395, interpol. in Babr.75.4: Comp. -έστερος v.l. in Hp.Fract.16. [Seite 385] ές (τέχνη), = ἄτεχνος. ἀτεχνής: -ές, = ἄτεχνος, Σέξτ
    4 KB (290 words) - 07:08, 31 December 2018
  • 19.363; πενία ἀ. B.1.61; πόριμον αὑτῷ τῇ πόλει δ' ἀ. Ar.Ra.1429; ἀ. καὶ ἄτεχνος Pl.Plt.274c; of animals, opp. εὐμήχανος, Arist.HA 614b34: hence,    2 incapable
    37 KB (3,322 words) - 14:55, 9 January 2019
  • furnished or invented by art, artificial, artistic, Pl. Prt.321d, al.; opp. ἄτεχνος, πίστεις Arist.Rh.1355b36; ἡ ἔ. μέθοδος the regular method, ib.a4. Adv.
    8 KB (760 words) - 17:35, 10 January 2019
  • ἄτεχνος, ἀγέννητος
    60 bytes (2 words) - 07:14, 22 August 2017
  • ἄτεχνος, ἀτεχνής
    56 bytes (2 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἄτεχνος
    35 bytes (1 word) - 06:56, 22 August 2017
  • Darsteller der Redekunst (Arist., D.H. u.a.); oft als Hinterglied, z.B. ἄτεχνος kunstlos, ungeschickt (ion. att.), auch -τέχνης, z.B. πολυτέχνης in vielen
    34 KB (3,028 words) - 14:30, 3 October 2019
  • необразованный, непросвещенный, невежественный (ἄ. καὶ ἀγράμματος Plat.; ἄ. καὶ ἄτεχνος Plut.); 2) безвкусный, грубый (ἡδονή Plat.; ῷδαί Eur.). μοῦσα I. without
    9 KB (727 words) - 11:50, 10 January 2019
  • Astr.1 •sin rég. φύσεως καὶ ἀσκήσεως δ. δεῖται Protag.B 3, cf. Hp.l.c., ἄτεχνος δ' ἦν ἡ δ. τοῖς μανθάνουσι Gorg.B 14, οἵπερ καὶ ῥᾴστης εἰσὶ διδασκαλίης
    16 KB (1,594 words) - 13:25, 3 October 2019
  • ἄτεχνος
    35 bytes (1 word) - 07:14, 22 August 2017
  • ἄτεχνος
    35 bytes (1 word) - 06:52, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)