Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄτολμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἀτόλμως χρώμενον τοῖς καιροῖς Plb.3.103.3, cf. Plu.2.47b. Source: ἄτολμος -η, -ο (AM ἄτολμος, -ον) τόλμη αυτός που δεν έχει τόλμη, ο δειλός. Αναζήτηση σε:
    4 KB (413 words) - 20:05, 9 January 2019
  • -η, -ο (AM ἄτολμος, -ον) τόλμη αυτός που δεν έχει τόλμη, ο δειλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    148 bytes (22 words) - 06:59, 29 September 2017
  • adj. P. and V. δειλός, κακός, ἄτολμος, πονηρός, P. φοβερός, ἄνανδρος, Ar. and P. μαλακός, V. ἄψυχος, φιλόψυχος, ἄναλκις, ἄσπλαγχνος, κακόσπλαγχνος, Ar
    565 bytes (55 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. P. φοβερός, περιδεής. Cowardly: P. and V. δειλός, ἄτολμος, Ar. and P. μαλακός, Ar. and V. μαλθακός, V. ἄψυχος, ἄναλκις, ἄσπλαγχνος, κακόσπλαγχνος
    432 bytes (43 words) - 10:06, 21 July 2017
  • δειμαλέος, ἄτολμος, δύσπιστος, δειματηρός, δειλός, αἰσχυντικός, αἰδοῖος, ἀτόλμηρος, αἰσχυντηλός
    232 bytes (9 words) - 07:22, 22 August 2017
  • δραστηριότητα, ακαμάτης, τεμπέλης 1. αυτός που διστάζει, ιδίως από φόβο, άτολμος, δειλός 2. νωθρός, βραδυκίνητος 3. (για πράγματα ή για καταστάσεις) δυσάρεστος
    1 KB (72 words) - 12:07, 29 September 2017
  • ἄτολμος, αἰσχυνομένως, αἰδήμων, αἰσχυντηλός
    116 bytes (4 words) - 07:23, 22 August 2017
  • 44ff.). Composita : Oft als Hinterglied, z.T. auf τολμάω bezogen, z.B. ἄτολμος ohne Wagemut, nichts wagend (Pi., ion. att.), πάντολμος alles wagend (A
    5 KB (406 words) - 15:57, 2 October 2019
  • και ατολμία, η (AM ἀτολμία) άτολμος έλλειψη τόλμης, δειλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (18 words) - 06:59, 29 September 2017
  • muthig blickend, dah. ἵπποι λήθαργοι bei Suid. auch ἀβλεμεῖς heißen; Hea. ἄτολμος; dann überh.) schwach, Nie. Al. 82; ἀβλεμὲς προσπίπτει Lonain. 29, es klingt
    2 KB (157 words) - 11:43, 21 August 2017
  • -η, -ο 1. δειλός, άτολμος 2. άσπλαχνος, σκληρός 3. απρόθυμος, ανειλικρινής, επίπλαστος «γέλιο ψυχρό και άκαρδο». [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερητ. + ουσ. καρδία. ΠΑΡ
    550 bytes (32 words) - 06:48, 29 September 2017
  •    A to be ἄτολμος, be disheartened, Hp.Epid.6.7.3: c.inf., lack courage to... περαιτέρω προχωρῆσαι D.C.78.34:—also ἀτολμ-όω, AB 407 (ἀτολμάω, Suid., is
    2 KB (110 words) - 12:18, 21 August 2017
  • -η, -ο 1. αυτός που χάνει εύκολα το θάρρος του, λιγόψυχος, δειλός, άτολμος 2. λιπόθυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λιπόψυχος είναι νεώτερος και σχηματίστηκε προφανώς
    484 bytes (39 words) - 06:42, 29 September 2017
  • adj. Cowardly: P. and V. δειλός, ἄτολμος, V. ἄψυχος; see cowardly. Afraid, fearful: P. περιδεής, περίφοβος, φοβερός. Vigorous: P. and V. ἰσχυρός. Make
    519 bytes (46 words) - 09:47, 21 July 2017
  • ον,    A = ἄτολμος, Gal. 14.603 (Comp.). ἀτόλμηρος: -ον, = ἄτολμος, Γαλην. τ. 14. σ. 603. -ον tímido εἰ μὴ ἀτολμηρότερος εἴη Gal.14.603. Source:
    672 bytes (40 words) - 06:22, 29 September 2017
  • adv. sans hardiesse, timidement. Étymologie: ἄτολμος. ἀτόλμως: 1) несмело, боязливо, нерешительно (χρῆσθαι τοῖς καιροῖς Polyb.); 2) малодушно (ἐγκαταλιπεῖν
    380 bytes (20 words) - 11:45, 10 January 2019
  • stricken with amazement, astounded, ὑπὸ τῶν τούτου ἁμαρτημάτων Lys.6.50; ἄτολμος καὶ κ. Plu.2.7b; κ. καὶ περιδεής ib.814f; μὴ ὦσιν οἱ ἵπποι καταπλῆγες Ael
    7 KB (471 words) - 13:05, 9 January 2019
  • -η, -ο (Α ἄνανδρος, -ον) 1. (για ανθρώπους) ο μη ανδρείος, δειλός, άτολμος 2. (για πράγματα) αυτός που δεν αρμόζει σε άνδρα αρχ. 1. αυτός που δεν διαθέτει
    1 KB (80 words) - 06:53, 29 September 2017
  • σπασμένος, -η, -ο α) αυτός που πάσχει από κήλη, κατεβασμένος β) αδύναμος, άτολμος γ) (για προφορά) άσχημος, κακός 7. μέσ. σπάζομαι εκνευρίζομαι, αγανακτώ
    3 KB (286 words) - 12:30, 29 September 2017
  • και ολιγόψυχος -η, -ο (Α ολιγόψυχος, -ον) δειλός, φοβητσιάρης, άτολμος αρχ. αυτός που η αντοχή του είναι μικρή. επίρρ... λιγόψυχα (Α ολιγοψύχως) με δειλία
    378 bytes (33 words) - 07:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)