Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄτολμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • not having the heart to do a thing, Aesch. ἄτολμος = cowardly, lacking in initiative ⇢ Look up "ἄτολμος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search
    4 KB (451 words) - 00:25, 1 January 2021
  • -η, -ο (AM ἄτολμος, -ον) τόλμη αυτός που δεν έχει τόλμη, ο δειλός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    148 bytes (22 words) - 06:59, 29 September 2017
  • P. and V. δειλός, κακός, ἄτολμος, πονηρός, P. φοβερός, ἄνανδρος, Ar. and P. μαλακός, V. ἄψυχος, φιλόψυχος, ἄναλκις, ἄσπλαγχνος, κακόσπλαγχνος, Ar. and
    724 bytes (54 words) - 19:38, 9 December 2020
  • P. φοβερός, περιδεής. cowardly: P. and V. δειλός, ἄτολμος, Ar. and P. μαλακός, Ar. and V. μαλθακός, V. ἄψυχος, ἄναλκις, ἄσπλαγχνος, κακόσπλαγχνος, φιλόψυχος;
    561 bytes (42 words) - 11:51, 10 December 2020
  • ἄναλκις, ἄνανδρος, ἀνδρογύνης, ἄνευρος, ἀπομάλακος, ἀπότολμος, ἄσπλαγχνος, ἄτολμος, ἄψυχος, βληχρός, γυναικίας, δεδείκελος, δειδήμων, δείλανδρος, δειλός, δειλόψυχος
    859 bytes (50 words) - 18:25, 5 June 2020
  • tímido = δειμαλέος, ἄτολμος, δύσπιστος, δειματηρός, δειλός, αἰσχυντικός, αἰδοῖος, ἀτόλμηρος, αἰσχυντηλός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    232 bytes (23 words) - 07:22, 22 August 2017
  • δραστηριότητα, ακαμάτης, τεμπέλης 1. αυτός που διστάζει, ιδίως από φόβο, άτολμος, δειλός 2. νωθρός, βραδυκίνητος 3. (για πράγματα ή για καταστάσεις) δυσάρεστος
    1 KB (72 words) - 12:07, 29 September 2017
  • P. and V. ἄτολμος, ἄθυμος, P. ἄνανδρος, V. ἄψυχος, ἄσπλαγχνος, κακόσπλαγχνος, see cowardly. not eager: P. ἀπρόθυμος. ⇢ Look up "faint-hearted" on Perseus
    419 bytes (35 words) - 20:40, 9 December 2020
  • tímidamente = ἄτολμος, αἰσχυνομένως, αἰδήμων, αἰσχυντηλός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    116 bytes (18 words) - 07:23, 22 August 2017
  • και ατολμία, η (AM ἀτολμία) άτολμος έλλειψη τόλμης, δειλία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (18 words) - 06:59, 29 September 2017
  • 44ff.). Composita : Oft als Hinterglied, z.T. auf τολμάω bezogen, z.B. ἄτολμος ohne Wagemut, nichts wagend (Pi., ion. att.), πάντολμος alles wagend (A
    5 KB (419 words) - 13:38, 31 December 2020
  • cowardly: P. and V. δειλός, ἄτολμος, V. ἄψυχος; see cowardly. afraid, fearful: P. περιδεής, περίφοβος, φοβερός. vigorous: P. and V. ἰσχυρός. make (one)
    549 bytes (45 words) - 09:22, 10 December 2020
  • ἄναλκις, ἄνανδρος, ἀνδρογύνης, ἄνευρος, ἀπομάλακος, ἀπότολμος, ἄσπλαγχνος, ἄτολμος, ἄψυχος, βληχρός, γυναικίας, δεδείκελος, δειδήμων, δείλανδρος, δειλός, δειλόψυχος
    859 bytes (50 words) - 18:25, 5 June 2020
  • muthig blickend, dah. ἵπποι λήθαργοι bei Suid. auch ἀβλεμεῖς heißen; Hea. ἄτολμος; dann überh.) schwach, Nie. Al. 82; ἀβλεμὲς προσπίπτει Lonain. 29, es klingt
    2 KB (168 words) - 16:05, 1 January 2021
  • daring: P. and V. τόλμα, ἡ. lacking in initiative, adj.: P. and V. ἄτολμος. since the initiative always rests with them: P. ἐπ' ἐκείνοις ὄντος ἀεὶ τοῦ
    715 bytes (71 words) - 08:45, 10 December 2020
  • -η, -ο 1. δειλός, άτολμος 2. άσπλαχνος, σκληρός 3. απρόθυμος, ανειλικρινής, επίπλαστος «γέλιο ψυχρό και άκαρδο». [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερητ. + ουσ. καρδία
    557 bytes (32 words) - 21:55, 29 December 2020
  • -η, -ο 1. αυτός που χάνει εύκολα το θάρρος του, λιγόψυχος, δειλός, άτολμος 2. λιπόθυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λιπόψυχος είναι νεώτερος και σχηματίστηκε προφανώς
    484 bytes (39 words) - 06:42, 29 September 2017
  • adv. sans hardiesse, timidement. Étymologie: ἄτολμος. ἀτόλμως: 1) несмело, боязливо, нерешительно (χρῆσθαι τοῖς καιροῖς Polyb.); 2) малодушно (ἐγκαταλιπεῖν
    380 bytes (20 words) - 11:45, 10 January 2019
  • stricken with amazement, astounded, ὑπὸ τῶν τούτου ἁμαρτημάτων Lys.6.50; ἄτολμος καὶ κ. Plu.2.7b; κ. καὶ περιδεής ib.814f; μὴ ὦσιν οἱ ἵπποι καταπλῆγες Ael
    6 KB (484 words) - 11:05, 30 December 2020
  • -η, -ο (Α ἄνανδρος, -ον) 1. (για ανθρώπους) ο μη ανδρείος, δειλός, άτολμος 2. (για πράγματα) αυτός που δεν αρμόζει σε άνδρα αρχ. 1. αυτός που δεν διαθέτει
    1 KB (80 words) - 22:10, 29 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)