Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄτρακτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • labial de la ku̯- en gr., cf. tb. alb. tjerr- ‘hilar’. Source: ἄτρακτος η (Α ἄτρακτος) 1. αδράχτι 2. διάφορα εξαρτήματα σε σχήμα αδραχτιού νεοελλ. το
    11 KB (1,015 words) - 13:30, 2 October 2019
  • η (Α ἄτρακτος) 1. αδράχτι 2. διάφορα εξαρτήματα σε σχήμα αδραχτιού νεοελλ. το κύριο μέρος του αεροσκάφους (σε σχήμα ατράκτου), το οποίο περιλαμβάνει τον
    2 KB (169 words) - 20:48, 22 December 2018
  • and V. τόξευμα, τό, οἰστός, ὁ (rare P.), βέλος, τό (rare P.), V. ἰός, ὁ, ἄτρακτος, ἡ, πτερόν, τό, γλυφίδες, αἱ. Bow and arrow: P. and V. τόξα, τά. Shoot
    633 bytes (75 words) - 09:20, 21 July 2017
  • and V. τόξευμα, τό, οἰστός, ὁ (rare P.), βέλος, τό (rare P.), V. ἰός, ὁ, ἄτρακτος, ἡ, πτερόν, τό; see arrow. Look up shaft on Perseus Dictionaries | Perseus
    592 bytes (76 words) - 10:03, 21 July 2017
  • καταρτιού, η ρόκα (ηλακάτη). [ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ἀτράκτ-ιον, υποκορ. του αρχ. ἄτρακτος. ΠΑΡ. αδραχτάκι, αδραχτάς, αδραχτερή, αδράχτης Ι, αδράχτια Ι]. Αναζήτηση
    1 KB (77 words) - 06:33, 29 September 2017
  • βέλος, ἀγκυλίς, ἀποτομάς, βέλεμνον, ἀποτομεύς, ἄτρακτος, αἰγανέη, βλῆμα, δορύλλιον, γέρρον, ἀμφώβολος, ἀκροβελίς, ἀκόντισμα
    299 bytes (13 words) - 06:59, 22 August 2017
  • subs. Ar. and P. ἄτρακτος, ἡ (Plat., Rep. 616C). Look up spindle on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    164 bytes (26 words) - 10:04, 21 July 2017
  • subs. P. ἠλακάτη, ἡ (Plat.), Ar. and P. ἄτρακτος, ἡ (Plat.). Look up distaff on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    186 bytes (28 words) - 09:27, 21 July 2017
  • βέλεμνον, τό. arrow: P. and V. τόξευμα, τό, οἰστός, ὁ (rare P.), V. ἰός, ὁ, ἄτρακτος, ἡ, πτερόν, τό; see arrow. thunderbolt: P. and V. κεραυνός, ὁ, V. κεραυνίοι
    1 KB (151 words) - 17:39, 30 October 2019
  • βέλος, γλυφίς, βέλεμνον, ἄτρακτος, γομφίος
    113 bytes (5 words) - 07:06, 22 August 2017
  • πανίον, τό, ὑποκοριστικ. (μόνον κατὰ τύπον) τοῦ πῆνος ἢ πήνη. ἄτρακτος, κοινῶς «ἀδράχτι», «ἄτρακτος· εἰς ὃν εἱλεῖται ἡ κρόκη» Ἡσύχ.· πηνίον ἐξέλκουσα πάρεκ μίτον
    4 KB (311 words) - 05:40, 10 January 2019
  • ή, όν,    A of or for the bow, τ. θῶμιγξ, ἄτρακτος, A.Pers.460, Fr.139; τ. στολή an archer's equipment, Pl.Lg.833b; τ. κάλαμος a kind of Cretan reed used
    9 KB (752 words) - 11:10, 10 January 2019
  • 1431; ἐργάτιν εὐκλώστου νήματος ἠλακάτην Antip. Sid. 22 (VI, 174); mit ἄτρακτος verbunden, Archi. 11 (VI, 39) u. Sp.; aber ἀτράκτου ἠλακάτη ist die Stange
    12 KB (1,133 words) - 14:50, 2 October 2019
  • [Seite 762] zur Arbeit gehörig, ἄτρακτος, Leon. Tar. 8 (VI, 288). -ον, Α 1. αυτός που προσφέρει ακόμη περισσότερο έργο 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ πρόσεργον
    1,003 bytes (72 words) - 12:45, 14 January 2019
  • κούκλας νήματος και το ξανατύλιγμα στα μασούρια, ανεμοδούρα, ροδάνι 2. η άτρακτος στην οποία τυλίγεται και ξετυλίγεται το σκοινί στο μαγγανοπήγαδο. Αναζήτηση
    500 bytes (45 words) - 06:23, 29 September 2017
  • Source: ἀτρακίς See also: ἄτρακτος ἀτρακίς: -ίδος {atrakís} Grammar: f. Meaning: Distelart (Gal.). Etymology : Von ἄτρακτος mit (dissimilatorischer?)
    991 bytes (66 words) - 14:15, 2 October 2019
  • ἄτρακτος, ἀκροπήνιον
    64 bytes (2 words) - 06:54, 22 August 2017
  • really, Epigr. Gr.339.5; of persons, truthful, accurate, J.BJ3.8.9. (Cf. ἄτρακτος.) [Seite 388] ές (schwerlich von τρέω, noch von τρέχω, vgl. traho, detrecto)
    20 KB (1,866 words) - 14:20, 2 October 2019
  • τό, Dim. of ἄτρακτος, Epic. in Arch.Pap.7.9: pl. (written ἀτράκτεια), POxy.1740.2 (iii/iv A.D.). [Seite 388] τό, dim. zu ἄτρακτος, VLL. ἀτράκτιον:
    925 bytes (61 words) - 12:18, 21 August 2017
  • ον,    A worn by the fingers, ἄτρακτος AP6.247.3 (Phil.). [Seite 520] ἄτρακτος, mit den Fingern abgerieben, Philip. 18 (VI, 247). δακτυλότριπτος: -ον
    2 KB (105 words) - 13:23, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)