Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Ἀφροδίτη" on this wiki. See also the other search results found.

  • popular. Source: Ἀφροδίτη η (AM Ἀφροδίτη) 1. η θεά της ομορφιάς και του έρωτα, κόρη του Δία και της Διώνης 2. ο πλανήτης Αφροδίτη αρχ. 1. η ερωτική απόλαυση
    21 KB (2,248 words) - 13:30, 2 October 2019
  • η (AM Ἀφροδίτη) 1. η θεά της ομορφιάς και του έρωτα, κόρη του Δία και της Διώνης 2. ο πλανήτης Αφροδίτη αρχ. 1. η ερωτική απόλαυση 2. ομορφιά, χάρη 3.
    430 bytes (42 words) - 06:24, 29 September 2017
  • darling. love for one's husband: V. φιλανδρία, ἡ. goddess of love: P. and V. Ἀφροδίτη, ἡ. gratification of love: P. τὰ ἀφροδίσια. be in love: P. and V. ἐρᾶν
    2 KB (204 words) - 17:14, 31 October 2019
  • Ἀφροδίτη, ἡ, or use in V. Κυπρίς, -ίδος, ὁ, or say, daughter of Dione. Feast of Aphrodite: Ἀφροδίσια, τά.
    281 bytes (19 words) - 10:27, 21 July 2017
  • για πρόσωπα ή για μέρη του σώματος) κατακόκκινος, ρόδινος (α. «πορφυρᾱ Ἀφροδίτη», Ανακρ. β. «πορφυροῡν στόμα», Σιμων.) 2. (για άνθρωπο) ντυμένος με πορφυρά
    2 KB (170 words) - 12:20, 29 September 2017
  • Ἀφροδίτη, ἅλμη, αἱμυλία, ἀπάτημα, γοήτευμα, γοητεία, ἔαρ, γλυκύτης, γῆρυς
    188 bytes (9 words) - 06:53, 22 August 2017
  • att. c. Ἀφροδίτη.
    56 bytes (3 words) - 19:49, 9 August 2017
  • Ὀδ.), Τραγ., κλ.· συναπτόμενον τῷ Ἀφροδίτη, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφροδ. 2. 2) μετάφορ., ἐπὶ ὡραίας κόρης, = ὡραία ὡς Ἀφροδίτη, Ὀππ. Ἁλ. 4. 235. ΙΙ. ὡς προσηγορ
    6 KB (505 words) - 09:45, 13 January 2019
  • Ἀφροδίτη, ἀλλοίωσις, Βουβάστεια, Ε, ἄμβροτος
    119 bytes (5 words) - 06:57, 22 August 2017
  • -η, -ο (Α ἐπίκουρος, -ον) βοηθός, υπερασπιστής («Ἀφροδίτη ἧλθεν Ἄρῃ ἐπίκουρος», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. αυτός που χρησιμοποιείται σε έκτακτες περιπτώσεις ή για
    2 KB (175 words) - 07:11, 29 September 2017
  • ον,    A without Ἀφροδίτη, not enjoying her favours, Plu. 2.751e, etc.; ἀ. εἰς τὰ ἐρωτικά unlucky in... Luc.DDeor.15.2; love-less, μίξεις D.Chr.7.133.
    4 KB (342 words) - 11:30, 10 January 2019
  • Ἀφροδίτη, ἑλκυσμός, ἀγωγός, ἀρπαλέος
    102 bytes (4 words) - 06:56, 22 August 2017
  • dés. Étymologie: ἐπί, Ἀφροδίτη. -η, -ο ἐπαφρόδιτος, -ον (Α) Αφροδίτη 1. (για πρόσ. και πράγμ.) αυτός που ευνοήθηκε από την Αφροδίτη, γοητευτικός, θελκτικός
    6 KB (449 words) - 17:28, 10 January 2019
  • π. Ἔρως vulgar love, opp. οὐράνιος, Pl.Smp. 180e sq., cf. X.Smp.8.9; π. Ἀφροδίτη Pl.Smp.181a, IG22.659, SIG 1014.57 (Erythrae, iii B. C.), Paus.1.22.3,
    9 KB (724 words) - 05:00, 10 January 2019
  • 901 ;σῆμα Epigr.Gr.339.1 (Cyzicus); κρηπίς AP7.657.11 (Leon.), cf.Hld.4.8; Ἀφροδίτη ἐπιτυμβία, = Lat.Venus Libitina, Plu.2.269b ; θεοὶ ἐ. Tab.Defix.99.9.    II
    4 KB (308 words) - 22:25, 9 January 2019
  • ἡ,    A itch, LXX De.28.27, Hsch.s.v. ξῦσμα, Suid.s.v. Ἀφροδίτη: —hence κνηφῶ, prurio, Gloss. [Seite 1461] ἡ, das Jucken, Schol. Il. 2, 820; – die Krätze
    3 KB (251 words) - 15:05, 2 October 2019
  • authors derived it from ζάω,= βιόδωρος (so expld. by Hsch.), life-giving, Ἀφροδίτη Emp.151; Ἠέλιος Nonn.D.12.23, cf. 22.276. ζείζιν, mamma, Gloss. [Seite
    4 KB (339 words) - 12:55, 9 January 2019
  • Ἀφροδίτη, ἀποσπορά, ἐγκατασπορά
    89 bytes (3 words) - 07:21, 22 August 2017
  • casual, Id.HA 556a12; of sensual excess, irregular, inordinate, ἡδοναί, Ἀφροδίτη, Pl.Lg.660b,840e; in Music, without rhythm, μελῳδίαι Aristid.Quint. 1.13;
    12 KB (1,198 words) - 13:13, 3 October 2019
  • ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης Il.1.496: abs., εἴπερ ἀναδύσει πάλιν Ar.Ra.1460; Ἀφροδίτη ἀναδυομένη, a famous picture by Apelles, Str.14.2.19, Plin.HN35.91, cf
    15 KB (1,362 words) - 16:20, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)