Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Ἀχαία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ἀχαιός, -ά, -όν. Source: Ἀχαία Ἀχαία: Ιων. Ἀχαιίη, ἡ, όνομα της Δήμητρας στην Αττική, σε Ηρόδ. (άγν. προέλ.). Ἀχαία: ион. Ἀχαιΐη ἡ Ахая, «Скорбящая»
    3 KB (412 words) - 10:07, 11 February 2019
  • ἀπὸ ἀχάης POxy.ll.cc., PHarris l.c., οἱ δὲ ἔρια μαλακά Hsch.s.u. Ἀχαία. Source: ἀχαία
    959 bytes (120 words) - 12:06, 21 August 2017
  • γέρδιος, γερδία, γερδίαινα, ἀχαία
    93 bytes (4 words) - 06:43, 22 August 2017
  • uncertain derivation; Achaia (i.e. Greece), a country of Europe: Achaia. (WH Ἀχαΐα (see Iota)), Ἀχαΐας, ἡ, Achaia; 1. in a restricted sense, the maritime region
    2 KB (261 words) - 13:15, 3 October 2019
  • δικαίωσις, δικαίωμα, ἄλγος, ἄλγις, ἄλγημα, ἀλγηδών, δίκη, δυσφορία, ἐνοχή, ἀχαία, ἀχνύς, δυσφρόνα, δυσφροσύνη, ἀδιή, ἀνίημα, βάρος, ἐκδίκησις pena penae
    457 bytes (31 words) - 05:13, 28 February 2019
  • achäisch; Ἀχαιΐη, att. Ἀχαΐα f. N. einer thessalischen und peloponnesischen Landschaft Achaja, auch Stadtname (Rhodos usw.), vielleicht als Ἀχαία (dreisilbig) zu
    4 KB (485 words) - 14:15, 2 October 2019
  • Ἀχαία, Ἀχαιιάς
    52 bytes (2 words) - 06:48, 22 August 2017
  • Ăchāia: or (in poets) Ăchāĭa (quadrisyl.), ae, f. Ἀχαία. I The province of Achaia, in the northern part of the Peloponnesus, on the Gulf of Corinth, earlier
    2 KB (331 words) - 08:26, 15 August 2017
  • ἄχαον, ἀχαία
    48 bytes (2 words) - 06:54, 22 August 2017
  • v. Ἀχαία. Source: Ἀχαιίη
    35 bytes (4 words) - 12:19, 21 August 2017
  • v. Ἀχαία. Source: Ἀχαιία
    35 bytes (4 words) - 12:19, 21 August 2017
  • Ἀχαία
    31 bytes (1 word) - 06:55, 22 August 2017
  • ᾶς (ἡ) : c. Ἀχαία. Ἀχαιά: ἡ Hom. = Ἀχαιϊάς.
    136 bytes (8 words) - 17:40, 31 December 2018
  • ἔρια μαλακά Hsch., pero cf. 1 ἀχαία. Source: ἀχιά
    73 bytes (9 words) - 11:57, 21 August 2017
  • sorte de grand pain qu’on fabriquait pour les Thesmophories. Étymologie: Ἀχαία. ἀχαιΐνη: ἡ Babr. = ἀχαΐνη.
    535 bytes (43 words) - 09:52, 31 December 2018
  • αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε όλους τους Αχαιούς ή σε όλη την Αχαΐα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + Αχαΐα + κατάλ. -ικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    390 bytes (30 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ἀκρίδα (Cret.), Hsch. Ἀχηρώ,    A v. Ἀχαία. -ου, τό cret. pera silvestre Hsch. Source: ἄχηρον
    455 bytes (15 words) - 12:19, 21 August 2017
  • Achivus, σε Όμηρ.· Ἀχαιοί, οἱ, οι Αχαιοί ή οι Έλληνες γενικά, στον ίδ.· Ἀχαΐα, ἡ, η Αχαΐα στην Πελοπόννησο, σε Θουκ. Ἀχαιός: I 3 (ᾰχ) досл. ахейский, перен
    7 KB (811 words) - 09:55, 11 February 2019
  • λευκὸν ἀχαι[ό] σημον καινόν POxford 15.10, cf. 11 (III d.C.), SB l.c.; cf. 1 ἀχαία 2, Ἀχαιός, -ά, -όν, ἄχαον, ἀχαοπόρφυρος. Source: ἀχαιόσημος
    475 bytes (60 words) - 12:19, 21 August 2017
  • sent. dud. lana fina ὀγκίας δύο ἀχάου PAmst.79.3, cf. 4 (IV/V d.C.); cf. 1 ἀχαία 2. Source: ἄχαον
    184 bytes (29 words) - 12:19, 21 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)