Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐγκαθέζομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • κρατουμένης, ὥστε ἐγκαθεσθῆναι τὸ βοήθημα Hippiatr.Paris.249. Source: ἐγκαθέζομαι ἐγκαθέζομαι (Α) 1. κάθομαι κάπου, παίρνω μια θέση 2. μένω κάπου μόνιμα, εγκαθίσταμαι
    5 KB (458 words) - 21:20, 9 January 2019
  • ἀνέζω, ἀνακαθίζω, ἀνακαθίνυμαι, ἐνθακέω, ἀποκαθέζομαι, ἑδρεύω, ἑδριάω, ἐγκαθέζομαι, ἕζομαι, ἐνιζάνω
    269 bytes (11 words) - 06:48, 22 August 2017
  • ἀνθυποτίθημι, ἀνέχω, ἀναπιέζω, ἐνθεματίζω, ἀποδείκνυμι, ἐγχρίω, ἐμμελετάω, ἐγκαθέζομαι, βάλλω, ἁρμόζω, εἰσαλείφω
    364 bytes (15 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ἐνδιατρίβω, ἐγκαθιδρύω, ἐνιδρύω, ἐνοικέω, ἐκνεοσσεύω, ἐμβατεύω, ἐνδημέω, ἐγκαθέζομαι, ἐνιζάνω, αὐλίζομαι, ἐνομιλέω, ἐνδιαιτάομαι
    377 bytes (15 words) - 07:19, 22 August 2017
  • ἀποτηρέω, ἀμφιδοκεύω, ἐκσαγηνεύω, ἀμφιπολέω, ἐνθωπεύω, ἐλλοχάω, ἐγκαθέζομαι, ἐγκαθίζω, δοκεύω
    230 bytes (9 words) - 06:50, 22 August 2017
  • ἀπληκεύω, ἀποστρατοπεδεύομαι, ἐξαυλίζομαι, διασκηνέω, ἐναυλίζω, ἐγκαθέζομαι, ἐγκάθημαι, αὐλίζομαι
    235 bytes (8 words) - 06:49, 22 August 2017
  • ἐγκαθέζομαι (Α) 1. κάθομαι κάπου, παίρνω μια θέση 2. μένω κάπου μόνιμα, εγκαθίσταμαι 3. στρατοπεδεύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    263 bytes (24 words) - 07:05, 29 September 2017
  • διακάθημαι, ἐγκαθέζομαι, ἕζομαι, ἐνιζάνω
    109 bytes (4 words) - 07:15, 22 August 2017
  • δηθύνω, ἐγκαθέζομαι
    61 bytes (2 words) - 07:13, 22 August 2017
  • ἐγκαθέζομαι, ἐγκάθημαι
    68 bytes (2 words) - 06:54, 22 August 2017
  • βαίνω, διαφύω, ἐγκαθέζομαι
    77 bytes (3 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἐνίζω, ἐγκαθέζομαι, ἐγκαθίζω, ἐγκαθίννυμαι
    114 bytes (4 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ἐγκαθέζομαι
    43 bytes (1 word) - 07:04, 22 August 2017
  • усаживаться = διακαθέζομαι, καθιζάνω, ἐφιζάνω, συγκαθίζω, ἐπικαθέζομαι, ἐγκαθέζομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    175 bytes (42 words) - 22:10, 13 October 2019
  • рассаживаться = διακαθέζομαι, ἐγκαθέζομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    77 bytes (38 words) - 20:00, 14 October 2019
  • обосновываться = ἐγκαθέζομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    47 bytes (37 words) - 17:55, 14 October 2019
  • ἐπιστρατοπεδεύω, στρατοπεδεύω, ἐκστρατοπεδεύομαι, προσστρατοπεδεύω, στρατόομαι, ἐγκαθέζομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    383 bytes (50 words) - 22:00, 13 October 2019