Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐκβάλλω" on this wiki. See also the other search results found.

  • 發出去( 太9:38);反面的意義:趕出去( 約9:34) 同源字:1) (βάλλω / ἀμφιβάλλω)拋 2) (ἐκβάλλω)逐出 同義字:1) (ἐκβάλλω)逐出 2) (ἐξαιρέω)撕開 3) (ἐξαίρω)除去 4) (ἐξωθέω)趕出 5) (λαμβάνω)拿,取,領受
    61 KB (6,208 words) - 13:35, 3 October 2019
  • (AM ἐκβάλλω) 1. ρίχνω, πετώ έξω, βγάζω με τη βία 2. αφήνω κάτι να βγει από μέσα μου, εκστομίζω, λέω 3. (για ποταμούς κ.λπ.) χύνομαι 4. διώχνω μσν. 1. (για
    2 KB (175 words) - 07:06, 29 September 2017
  • ἀπεκλείπω, ἐκλιμπάνω, ἀπαυτομολέω, ἀποστατέω, ἀπεῖπον, ἐκβάλλω, ἀναπίπτω, ἀλλάσσω, ἐξαλλάσσω, ἐκκάμνω, ἐμπρολείπω, διαμεθίημι, ἀποπρολείπω, ἀπολείπω, ἀπολιμπάνω
    1,005 bytes (42 words) - 06:40, 22 August 2017
  • ἀποκινέω, ἐκνεύω, εἰσχωρίζω, διαρτάω, ἐκνοσφίζω, ἀποσπάω, ἐκσείω, ἐκσπάω, ἐκβάλλω, ἀποκρούω, ἀρήγω, ἐξαλλάσσω, ἀπελαύνω, ἀποδιοπομπέομαι, ἀποτέμνω, ἀποτμήγω
    2 KB (91 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἐκβάλλω, ἐλαύνω, ἀνακοινόω, διαδίδωμι, ἐξαυλακίζω, εἴβω, ἐκδίδωμι, εἰσίημι, ἐμβάλλω, διαστάζω, ἐκβλυστάνω, ἀναχέω, δεύω, ἐνίημι, ἀφύσσω, βάλλω, διαχέω
    720 bytes (33 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ἀμύνω, ἀκυρόω, ἀθετέω, ἀπεῖπον, ἐκνεύω, ἐκβάλλω, ἀποκρούω, ἀμέργω, ἀπελαύνω, ἀποδιοπομπέομαι, ἀποκόπτω, ἀπολακτίζω, ἀπαναίνομαι, ἀποστέργω, ἀποπέμπω, διαφορίζω
    2 KB (76 words) - 07:19, 22 August 2017
  • ἐκφράσσω, ἀπαντλέω, ἀποδιώκω, ἀπονοσφίζω, ἐκτροπιάζομαι, εἴλω, ἐκβράσσω, ἐκβάλλω, ἀπολικμάω, ἐλαύνω, ἀπελαύνω, ἀφορίζω, ἀποτίθημι, ἐκσκεδάννυμι, ἀποθλίβω
    2 KB (71 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ἀναστομόω, ἐκβράσσω, ἐκβάλλω, αἰωρέω, ἀναβλυσθαίνω, βλυζάνομαι, ἀναμαιμάω, ἀναφύω, ἀναβρύω, βρύω, ἐκφλύω, ἐκπιδύομαι, ἐκρέω, βλαστάνω, διαβλαστάνω, ἀποβλύω
    1 KB (67 words) - 06:53, 22 August 2017
  • ἐγκατατίθημι, ἐκβάλλω, ἐγκαταβάλλω, ἀνέζω, ἐντίθημι, δίδωμι, ἀποδίδωμι, ἀποτίθημι, διατίθημι, ἐνστόρνυμι, ἐμβάλλω, ἀμφιβάλλω, ἀναβάλλω, ἐνδύω, εἰστίθημι
    648 bytes (27 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἐκθεματίζω, ἐκβάλλω, ἐκτίθημι, ἐνδιατίθημι, διαμυθολογέω, ἀποτίθημι, ἁπλόω, ἐκδίδωμι, διατίθημι, ἐνεξηγέομαι, ἀνεκτίθημι, ἀνεπιγράφω, ἐξαναπτύσσω, ἐκφράζω
    794 bytes (32 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ἀναπτύσσω, ἐκβάλλω, διαφωτίζω, ἀναφράζω, εἰσευρίσκω, διακαλύπτω, ἐκκαλύπτω, ἀποκαλύπτω, ἀνακαλύπτω, ἀνευρίσκω, ἐκμαίομαι, ἀποστεγάζω, δημοσιεύω, γυμνόω
    772 bytes (32 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἔγερμα, ἐκβάλλω, αἰωρέω, ἀκτάζω, ἔγρω, διεγείρω, ἐγείρω, ἀναβάλλω, ἐμμετεωρίζομαι, ἀνυψόω, ἐκπνέω, ἀνατέλλω, ἐξανίστημι, ἀντεγείρω, διοιδέω, ἐνόρνυμι,
    697 bytes (31 words) - 06:47, 22 August 2017
  • ἀνασπάω, ἐκβάλλω, ἐκλύω, ἀποτίθημι, διαλύω, ἀνίημι, ἐξανίημι, ἀποσαλεύω, ἐκραίνω, ἐναφίημι, ἀφίημι, διαχωρέω, ἀναρρήγνυμι, ἀπορρήγνυμι, ἐκτινάσσω, ἀνασείω
    645 bytes (28 words) - 07:22, 22 August 2017
  • ἑλκύω, ἐκβάλλω, ἕλκω, ἀποκροτέω, ἐκρομβέω, ἀποκατασπάω, βλήσκω, ἐμβάλλω, ἀπωθέω, ἀναβάλλω, δικεῖν, ἐκρίπτω, ἀκοντίζω, ἀφίημι, ἀναρρίπτω, διαβάλλω, ἐνίημι
    649 bytes (29 words) - 07:22, 22 August 2017
  • ἐκβάλλω, ἐκπίπτω, ἀναπεμπάζομαι, ἀποστάζω, ἀποπέμπω, ἐκπυρσεύω, ἐξανίημι, ἀναβάλλω, ἐκφθέγγομαι, γηρύω, ἐκπέμπω, ἐξαποστέλλω, ἐκκρίνω, ἐκπνέω, διερεύγομαι
    653 bytes (29 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ἀντλέω, ἐκσπάω, ἀνασπάω, ἐξαμάω, ἑλκύω, ἐκβάλλω, ἕλκω, διεκβάλλω, ἀποσφηνόω, διεξάγω, ἐλαύνω, ἐκκομίζω, ἀποκόπτω, ἀποκείρω, διαπεραιόω, ἐξανιμάω, ἐναύω
    1 KB (59 words) - 06:48, 22 August 2017
  • ἀπαντλέω, ἀποδιώκω, εἰσβάλλω, ἐκβάλλω, ἀναφύω, ἀμέργω, ἐκτίθημι, ἐλαύνω, ἀπελαύνω, ἀποπέμπω, ἀγηλατέω, ἐκτοξεύω, ἀποκοντόομαι, ἐκλιχάζω, ἀνίημι, βλήσκω
    1 KB (57 words) - 07:03, 22 August 2017
  • ἀποκλίνω, ἐκβάλλω, ἀναβρύω, ἄρδω, ἀποβρύω, ἐξαποχέω, ἐκφλύσσω, ἀμφιχέω, ἐκπροχέω, ἐξαυλακίζω, εἴβω, διασκεδάζω, ἐμβάλλω, ἐκβλυστάνω, ἀπολείβω, δεύω, ἀναφέρω
    546 bytes (25 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἀπεῖπον, ἐκβάλλω, ἐκτίθημι, ἐμφωνέω, διαφωνέω, διατίθημι, γηρύω, ἐκπέμπω, ἐκφράζω, ἐκφωνέω, ἐκβοάω, ἀγορεύω, δημηγορέω, ἀναφαίνω, ἐκφέρω, ἀποφέρω, ἀναφθέγγομαι
    544 bytes (25 words) - 07:16, 22 August 2017
  • ἐξανοίγω, διαστομόω, διαχαλάω, ἀναπτύσσω, διαβαίνω, ἀναμοχλεύω, ἀνασπάω, ἐκβάλλω, ἐλαύνω, ἀνατμήγω, διακόπτω, διατμήγω, ἀναφράσσω, ἀναζυγόω, ἀνακαλύπτω,
    1 KB (53 words) - 06:49, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)