Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐκπλήσσω" on this wiki. See also the other search results found.

  • vor Etwas entsetzen od. es anstaunen, Soph. Ai. 33; Thuc. 3, 82. 6, 33. ἐκπλήσσω: Ἀττ. ἐκπλήττω: μέλλ. -ξω, ἐκκρούω, ἐκδιώκω, ἐκ δ’ ἔπληξέ μου τὴν αἰδῶ
    27 KB (2,777 words) - 13:45, 3 October 2019
  • και εκπλήττω (AM ἐκπλήσσω και ἐκπλήττω Α και ἐκπλήγνυμι) Ι. προκαλώ έκπληξη, ισχυρότατη εντύπωση, θαυμασμό ή φόβο μσν. φρ. «δειλία ἐκπλήττει» — δειλία
    948 bytes (68 words) - 07:07, 29 September 2017
  • ἀπαλλοτριόω, ἀνερείπτομαι, διεξαιρέω, ἀπορραίω, ἀπηύρων, ἀπαράσσω, ἀναρπάζω, ἐκπλήσσω, ἐκσκυλεύω, διαρπάζω, ἀναιρέω, διαφορέω, ἐκκλέπτω, ἀποστέλλω, ἀποαίνυμαι
    695 bytes (29 words) - 06:55, 22 August 2017
  • δειλόομαι, ἀποπτοέω, διαπτοέω, δειματόω, ἀναπτοέω, ἀποπτήσσω, δειδίσσομαι, ἐκπλήσσω, ἐμφοβέω, διατρέπω, ἀθυμέω, ἀναπτερόω, ἀνασοβέω, ἐκθροέω, ἀποτρέπω, διατρέω
    461 bytes (20 words) - 06:56, 22 August 2017
  • ἐκπτοέω, δειματόω, δειλοκοπέω, ἐκφοβέω, ἀναπτοέω, δειλιαίνω, δειδίσσομαι, ἐκπλήσσω, δειμαίνω, ἀντεκπλήσσω, ἐκθορυβέω, ἀποδειδίσσομαι, ἀναπτερόω, ἀναφοβέω
    480 bytes (19 words) - 06:56, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, δυσχεραίνω, ἀνιάω, δάπτω, διοχλέω, ἐκλυπέω, ἐνοχλίζω, ἐνοχλέω, διενοχλέω, δάκνω, διώκω, ἐμματέω
    258 bytes (12 words) - 06:48, 22 August 2017
  • διαρτάω, ἐκπλήσσω, διακόπτω, διαναπαύω, διασπάω, διαλαμβάνω, ἀνίημι, εἰσέρρω, διαλείπω, ἐγκόπτω, ἐκκρούω, ἀποζευγέω, διανωθέω, ἐκκόπτω, διακρούω, διείργω
    363 bytes (16 words) - 07:10, 22 August 2017
  • att. c. ἐκπλήσσω.
    56 bytes (3 words) - 19:53, 9 August 2017
  • ἐκπλήσσω, ἀγανακτέω, ἀγάζω, βριμόομαι, δεινάζω, δεινός, δυσφορέω, ἀγαίομαι
    186 bytes (8 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, ἀντιμεθέλκω, διοχλέω, ἐνσοβέω, ἀντιπαραλυπέω, ἀναδοιδυκίζω, διασαλεύω, ἐνθορυβέω
    220 bytes (8 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἀφροδισίοις, heftiger Trieb, Brunst, Pol. 3, 81, 6. ἔκπληξις: -εως, ἡ, (ἐκπλήσσω), τὸ ἐκπλήττεσθαι, ὡς καὶ νῦν, Ἱππ. π. Ἀέρ. 290, Πλάτ., κτλ.· ἔκπλ. κακῶν
    6 KB (584 words) - 21:05, 20 August 2019
  • ἐκπλήσσω, ἐκτυφλόω, ἀμαρύσσω, ἐκπαγλέομαι, ἀντιλάμπω, ἀμαυρόω
    158 bytes (6 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ἐκβάλλω, ἐκπλήσσω, ἐλαύνω, ἐξανίημι, ἀποστερίζω, ἀποδιωθέω, ἐκφέρω, ἀπαρύτω
    192 bytes (8 words) - 06:42, 22 August 2017
  • ἐκπτοέω, ἐκπλήσσω, ἐκθαμβέω, δάκνω, ἅπτω
    112 bytes (5 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, δυσωπέω, ἀπαιολέω, ἐξαπορέω, διαταράσσω
    129 bytes (5 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, ἐμβροντάω, ἐκθαμβέω, ἀποπληκτέω
    112 bytes (4 words) - 07:15, 22 August 2017
  • (Metath. for Εκπλαγος (ἐκπλήσσω) acc. to Eust.68.18 ; perh. dissim. from *ἐκπλαγλος.) [Seite 771] (durch Metathesis aus ἐκπλήσσω), Entsetzen erregend
    15 KB (1,325 words) - 14:40, 2 October 2019
  • ἐκπλήσσω, ἐκθαμβέω, ἀγαίομαι
    83 bytes (3 words) - 06:54, 22 August 2017
  •    A = ἐκπλήσσω, Th.4.125 (Pass.). [Seite 774] = ἐκπλήσσω, inf. pr. pass., Thuc. 4, 125. ἐκπλήγνῡμι: ἐκπλήσω, Θουκ. 4. 125. seul. inf. prés. Pass
    1 KB (52 words) - 19:32, 31 December 2018
  • όν : propre à frapper de stupeur ou d’étonnement, effrayant. Étymologie: ἐκπλήσσω. -ή, -όν I 1sorprendente μέρος en una obra literaria, Arist.Po.1460b25
    4 KB (364 words) - 21:40, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)