Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐκπλήσσω" on this wiki. See also the other search results found.

  • vor Etwas entsetzen od. es anstaunen, Soph. Ai. 33; Thuc. 3, 82. 6, 33. ἐκπλήσσω: Ἀττ. ἐκπλήττω: μέλλ. -ξω, ἐκκρούω, ἐκδιώκω, ἐκ δ’ ἔπληξέ μου τὴν αἰδῶ
    27 KB (2,828 words) - 08:35, 16 July 2020
  • και εκπλήττω (AM ἐκπλήσσω και ἐκπλήττω Α και ἐκπλήγνυμι) Ι. προκαλώ έκπληξη, ισχυρότατη εντύπωση, θαυμασμό ή φόβο μσν. φρ. «δειλία ἐκπλήττει» — δειλία
    948 bytes (68 words) - 07:07, 29 September 2017
  • P. and V. φοβεῖν, ἐκφοβεῖν, ταράσσειν, ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, διαπτοεῖν (Plato), P. καταπλήσσω, καταπλήσσειν, Ar. and P. καταφοβεῖν, be frightened: also
    769 bytes (60 words) - 08:52, 20 May 2020
  • σφάλλω, σφάλλειν, P. ἐκκρούειν; see also destroy. astonish: P. and V. ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν. ⇢ Look up "confound" on Perseus Dictionaries | Perseus
    737 bytes (61 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ἀναπτεροῦν (Plato); see agitate. disturb: P. and V. ταράσσειν, συνταράσσειν, ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, θράσσειν (Plato but rare P.); see disturb. excite (in a person):
    1 KB (95 words) - 08:51, 20 May 2020
  • ἀπαλλοτριόω, ἀνερείπτομαι, διεξαιρέω, ἀπορραίω, ἀπηύρων, ἀπαράσσω, ἀναρπάζω, ἐκπλήσσω, ἐκσκυλεύω, διαρπάζω, ἀναιρέω, διαφορέω, ἐκκλέπτω, ἀποστέλλω, ἀποαίνυμαι
    695 bytes (29 words) - 06:55, 22 August 2017
  • δειλόομαι, ἀποπτοέω, διαπτοέω, δειματόω, ἀναπτοέω, ἀποπτήσσω, δειδίσσομαι, ἐκπλήσσω, ἐμφοβέω, διατρέπω, ἀθυμέω, ἀναπτερόω, ἀνασοβέω, ἐκθροέω, ἀποτρέπω, διατρέω
    461 bytes (20 words) - 06:56, 22 August 2017
  • P. and V. φοβεῖν, ἐκφοβεῖν, διαπτοεῖν (Plato), ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, Ar. and P. καταφοβεῖν, P. καταπλήσσω, καταπλήσσειν. be terrified: use also V. δειματοῦσθαι
    594 bytes (50 words) - 08:54, 20 May 2020
  • ἐκπτοέω, δειματόω, δειλοκοπέω, ἐκφοβέω, ἀναπτοέω, δειλιαίνω, δειδίσσομαι, ἐκπλήσσω, δειμαίνω, ἀντεκπλήσσω, ἐκθορυβέω, ἀποδειδίσσομαι, ἀναπτερόω, ἀναφοβέω
    480 bytes (19 words) - 06:56, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, δυσχεραίνω, ἀνιάω, δάπτω, διοχλέω, ἐκλυπέω, ἐνοχλίζω, ἐνοχλέω, διενοχλέω, δάκνω, διώκω, ἐμματέω
    258 bytes (12 words) - 06:48, 22 August 2017
  • βοῦς, ἡ. of a cow, adj.: P. and V. βόειος. P. and V. φοβεῖν, ἐκφοβεῖν, ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, P. καταπλήσσω, καταπλήσσειν, Ar. and P. καταφοβεῖν; see frighten
    604 bytes (51 words) - 08:54, 20 May 2020
  • P. and V. φοβεῖν, ἐκφοβεῖν. ταράσσειν, ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, διαπτοεῖν (Plato), P. καταπλήσσω, καταπλήσσειν, Ar. and P. καταφοβεῖν. scare away (birds):
    736 bytes (56 words) - 08:52, 20 May 2020
  • and V. κινεῖν, σείειν. Met., disturb: P. and V. ταράσσειν, συνταράσσειν, ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν, θράσσειν (Plato but rare P.), Ar. and V. στροβεῖν; see disturb
    922 bytes (76 words) - 09:16, 20 May 2020
  • διαρτάω, ἐκπλήσσω, διακόπτω, διαναπαύω, διασπάω, διαλαμβάνω, ἀνίημι, εἰσέρρω, διαλείπω, ἐγκόπτω, ἐκκρούω, ἀποζευγέω, διανωθέω, ἐκκόπτω, διακρούω, διείργω
    363 bytes (16 words) - 07:10, 22 August 2017
  • att. c. ἐκπλήσσω.
    56 bytes (3 words) - 19:53, 9 August 2017
  • πληγῆναι (aor. pass. of πλήσσειν). Met., strike (with fear, etc.): P. and V. ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν. be struck by, be astonished at: P. and V. θαυμάζειν (acc.)
    3 KB (255 words) - 08:49, 20 May 2020
  • ἔκπληξις, ἡ, P. ταραχή, ἡ; see also fear. strike with panic, v.: P. and V. ἐκπλήσσω, ἐκπλήσσειν; see dismay. ⇢ Look up "panic" on Perseus Dictionaries |
    346 bytes (39 words) - 09:00, 20 May 2020
  • ἐκπλήσσειν = (see also ἐκπλήσσω): agitate, astonish, confuse, derange, disconcert, dismay, disturb, frighten, horrify, overwhelm, perplex, shock, drive
    332 bytes (54 words) - 16:28, 5 June 2020
  • ἐκπλήσσω, ἀγανακτέω, ἀγάζω, βριμόομαι, δεινάζω, δεινός, δυσφορέω, ἀγαίομαι
    186 bytes (8 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ἐκπλήσσω, ἀντιμεθέλκω, διοχλέω, ἐνσοβέω, ἀντιπαραλυπέω, ἀναδοιδυκίζω, διασαλεύω, ἐνθορυβέω
    220 bytes (8 words) - 07:15, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)