Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐκφράζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • instrum. δύναμιν ... τοῖς τῶν θεῶν ὀνόμασιν Plu.2.24a. Source: ἐκφράζω (AM ἐκφράζω) φανερώνω τις σκέψεις μου με λόγια, διατυπώνω, εκδηλώνω νεοελλ. παθ
    5 KB (359 words) - 12:05, 10 January 2019
  • (AM ἐκφράζω) φανερώνω τις σκέψεις μου με λόγια, διατυπώνω, εκδηλώνω νεοελλ. παθ. εξωτερικεύω την ψυχική μου κατάσταση («εκφράζεται με τα χέρια») αρχ.-μσν
    707 bytes (54 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ἐκδίδωμι, διατίθημι, ἐνεξηγέομαι, ἀνεκτίθημι, ἀνεπιγράφω, ἐξαναπτύσσω, ἐκφράζω, ἐκθεολογέω, διηγέομαι, δημηγορέω, δείκνυμι, ἀποφαίνω, δηλόω, ἀνακαθαίρω
    794 bytes (32 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ἀπεῖπον, ἐκβάλλω, ἐκτίθημι, ἐμφωνέω, διαφωνέω, διατίθημι, γηρύω, ἐκπέμπω, ἐκφράζω, ἐκφωνέω, ἐκβοάω, ἀγορεύω, δημηγορέω, ἀναφαίνω, ἐκφέρω, ἀποφέρω, ἀναφθέγγομαι
    544 bytes (25 words) - 07:16, 22 August 2017
  • ἀπεξηγέομαι, ἀποφράζομαι, ἐνεξηγέομαι, ἀφερμηνεύω, ἀνεπιγράφω, ἐξαναπτύσσω, ἐκφράζω, διηγέομαι, γυμνάζω, δείκνυμι, ἀναδιδάσκω, δηλόω, αἰτιολογέω, ἐκκαθαίρω
    1 KB (44 words) - 07:06, 22 August 2017
  • εἰκάζω, ἀπαριθμέω, ἀποδίδωμι, ἐκδίδωμι, διαλύω, ἐμπαραλαμβάνω, ἀφερμηνεύω, ἐκφράζω, δράω, διερμηνέομαι, ἀνακαθαίρω, ἐξακούω, ἐκλαμβάνω, ἐκδέχομαι, διαλέγω
    503 bytes (21 words) - 07:10, 22 August 2017
  • διασυνίστημι, ἀπεργάζομαι, εἰδοποιέω, ἐκμορφόω, ἀποζωγραφέω, ἐκμορφέω, γεννάω, ἐκφράζω, διηγέομαι, ἀναλεκτέον, ἀναγράφω, εἰκονογραφέω, διεξέρχομαι, ἀπεικάζω, ἀνατυπόω
    454 bytes (18 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ἐκβάλλω, διέρχομαι, ἀναφωνέω, ἐμφωνέω, γηρύω, ἐκφράζω, ἐκφωνέω, δηλόω, ἀποτυπόω, ἐνσημαίνω, ἐκφέρω, ἀποστέλλω, ἔκφημι, ἐνέπω, ἐξαγγέλλω, ἀπεικάζω, ἀπεικονίζω
    400 bytes (18 words) - 06:43, 22 August 2017
  • ἐνίστημι, διατυπόω, διαχειροτονέω, ἀφορίζω, δησιγνατεύω, ἐκφράζω, δείκνυμι, δηλόω, ἀποφέρω, διασημαίνω, ἀποδείκνυμι, ἀναδείκνυμι, ἀποτάσσω, διαστέλλω
    351 bytes (14 words) - 07:01, 22 August 2017
  • και ευκιέμαι (ΑΜ εὔχομαι) 1. εκφράζω ευχή, επιθυμία για κάτι, επιθυμώ ζωηρά να πραγματοποιηθεί κάτι 2. προσεύχομαι, απευθύνω προσευχή προς τον Θεό, δέομαι
    4 KB (35 words) - 15:15, 15 January 2019
  • ή τραγουδώ για κάποιο γεγονός 2. (για μουσικές χορδές) κάνω αντήχηση 3. εκφράζω αντίθεση με φωνές 4. αντιλέγω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    508 bytes (42 words) - 06:55, 29 September 2017
  • μια γλώσσα και τη χρησιμοποιώ με ευχέρεια («μιλώ αγγλικά και γαλλικά») 6. εκφράζω τη γνώμη μου, διατυπώνω τις απόψεις ή τις αντιρρήσεις μου («τόση ώρα σάς
    4 KB (317 words) - 15:16, 15 January 2019
  • ἀπεικονίζω) 1. παριστάνω κάτι με ζωγραφικό ή πλαστικό έργο 2. περιγράφω, εκφράζω μσν. συλλαμβάνω με τον νου, μελετώ (αρχ., -ομαι) συμβολίζω. Αναζήτηση σε:
    350 bytes (31 words) - 06:56, 29 September 2017
  • και ξεφράζω (Μ ἐκφράζω, Α ἐκφράσσω, αττ. τ. ἐκφράττω) βγάζω τον φραγμό, παραμερίζω το φράγμα, ανοίγω κάτι βουλλωμένο, φραγμένο, ξεφράζω, ξεβουλλώνω, ξεστουπώνω
    355 bytes (31 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ανακριτικής αρχής μσν. 1. ρίχνω κάποιον κάτω νεκρό 2. ενταφιάζω 3. διατυπώνω, εκφράζω κάτι σωστά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    687 bytes (55 words) - 06:38, 29 September 2017
  • πάθος, συγκίνησιν, ἐξάπτομαι, πίπτω εἰς σφοδρὰν παθητικὴν κατάστασιν ἣν ἐκφράζω διὰ σχημάτων τοῦ προσώπου καὶ παντοίων χειρονομιῶν, ὡς οἱ ἠθοποιοὶ καὶ οἱ
    6 KB (452 words) - 11:04, 31 December 2018
  • κάτι 10. διατάζω II. (μέσ., -ομαι κ. -υμαι) 1. επιδεικνύω, εμφανίζω 2. εκφράζω, διακηρύσσω III. (μτχ. παθ. πρκμ.), αποδεδειγμένος, -η, -ο αυτός που έχει
    1 KB (95 words) - 06:57, 29 September 2017
  • και παραπονιούμαι και παραπονούμαι, -έομαι 1. εκφράζω παράπονο για αδικία που μού συνέβη ή για κακό που έπαθα, διαμαρτύρομαι, κλαίγομαι 2. (η μτχ. παθ
    852 bytes (56 words) - 12:14, 29 September 2017
  • ὑπαινίσσομαι ΝΑ, και αττ. τ. ὑπαινίττομαι Α κάνω υπαινιγμό, εκφράζω κάτι με συγκαλυμμένο τρόπο, υπονοώ κάτι χωρίς να το αναφέρω ρητά (α. «υπαινίσσεσαι
    791 bytes (57 words) - 12:58, 29 September 2017
  • εγκρίνω κάτι, το απορρίπτω μετά από έλεγχο νεοελλ. 1. κατακρίνω, ψέγω 2. εκφράζω έντονα την απαρέσκεια μου για κάτι («ο κόσμος αποδοκίμασε τον φονιά») αρχ
    1 KB (95 words) - 06:56, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)