Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐξαναγκάζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • τὴν ἀργίαν δὲ πληγαῖς ἐξαναγκάζουσιν X.Mem.2.1.16. Source: ἐξαναγκάζω (AM ἐξαναγκάζω) επιβάλλω, υποχρεώνω, αναγκάζω με σωματική ή ψυχολογική βία, καταναγκάζω
    7 KB (559 words) - 17:30, 10 January 2019
  • (AM ἐξαναγκάζω) επιβάλλω, υποχρεώνω, αναγκάζω με σωματική ή ψυχολογική βία, καταναγκάζω α. «η επιμονή του μέ εξανάγκασε να δεχθώ» β. «μήν τηνε ξαναγκάσουσι
    834 bytes (68 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ἀνδρηλατέω, ἀγηλατίζω, ἀποβιάζομαι, ἀπορραίνω, ἐκπυρηνίζω, διεκκρίνω, ἐξαπωθέω, ἐξαναγκάζω, ἀμβλόω, ἐξανίστημι, ἐξαλίνδω, ἐκραπίζω, ἀναθλίβω, ἀναστατόω, βράσσω,
    2 KB (71 words) - 06:39, 22 August 2017
  • δάμνημι, ἐκκλείω, εἰσβιάζομαι, εἰσωθέω, ἐκνικάω, ἐνθλίβω, ἀποβιάζομαι, ἐξαναγκάζω, διαναγκάζω, διαβιάζομαι, ἐκκρούω, διωθέω, ἄγω, ἐκβιάω, ἀναγκάζω, ἀγγαρεύω
    570 bytes (26 words) - 07:07, 22 August 2017
  • βιάω, ἄγχω, ἕλκω, βιάζω, ἐγκαταλαμβάνω, ἀναθεματίζω, ἐξαναγκάζω, διαβιάζομαι, ἄγω, ἐκβιάω, ἀναγκάζω, ἐκβιβάζω, εἰσαναγκάζω, ἀγγαρεύω, ἐνυποτάσσω, ἐγκατέχω
    371 bytes (16 words) - 07:14, 22 August 2017
  • (Α ἀναγκάζω) 1. πιέζω, υποχρεώνω, εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, επιβάλλω με τη βία 2. παρακινώ, παροτρύνω, προτρέπω μσν.- νεοελλ. πιέζω κάποιον στενοχωρώντας
    1 KB (76 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ο εξαναγκάζω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαναγκάζω, αναγκασμός, άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε κάποιον για να κάνει κάτι. Αναζήτηση σε:
    307 bytes (31 words) - 07:09, 29 September 2017
  • 1. απομακρύνω κάποιον ασκώντας πίεση, εξαναγκάζω κάποιον να φύγει βιαστικά από τον τόπο όπου βρίσκεται 2. (ιδίως σχετικά με σχέδιο ή εικόνα) αναπαριστάνω
    1 KB (78 words) - 11:58, 29 September 2017
  • τοποθετώντας κάτω από τον ζυγό νεοελλ. 1. φρ. α) «ζεύω στη δουλειά» — εξαναγκάζω κάποιον να εργαστεί β) «ζεύομαι στη δουλειά» — στρώνομαι στη δουλειά,
    783 bytes (62 words) - 15:15, 15 January 2019
  • ἀποβιασθῆναι Xen. Cyr. 4, 2, 24. ἀποβιάζομαι: ἀποθ., ἐκβιάζω, ὠθῶ ὀπίσω, ἐξαναγκάζω ὀπίσω, τὸ ὑγρὸν Ἀριστ. περὶ Ζῴων Πορείας 17, 6· τὸ κωλῦον ὁ αὐτ. Πρβλ
    8 KB (732 words) - 11:40, 10 January 2019
  • και λόγιος τ. υποχρεώ, -όω, Ν 1. εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι («τον υποχρέωσε να φύγει») 2. επιβάλλω («ο νόμος μάς υποχρεώνει να πληρώσουμε αποζημίωση»)
    1 KB (86 words) - 12:59, 29 September 2017
  • Ν (ξεν.) εξαναγκάζω, πιέζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. sforzare «πιέζω» εξαναγκάζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    254 bytes (18 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ἐξαναγκάζω
    41 bytes (1 word) - 07:07, 22 August 2017
  • και την φύση, πράττω κάτι που αντιβαίνει στην φυσική και νομική τάξη γ) εξαναγκάζω κάποιον δ) κυριεύω, κατακτώ κάτι με βίαιο τρόπο ε) (σχετικά με επιχειρήματα
    2 KB (170 words) - 07:36, 1 January 2019
  • ἐκβιάζω τὸ χαράκωμα, κυριεύω διὰ τῆς βίας, ὁ αὐτ. 22. 10, 7· π. τινα, ἐξαναγκάζω τινά, Εὐαγγ. κατὰ Λουκ. κδ΄, 29, Πράξ. Ἀποστ. ιϚ΄, 15· μύθους π. καὶ διαστρέφειν
    5 KB (490 words) - 14:10, 3 October 2019
  • ἔν τινι τόπῳ, Θουκ. 4. 116, πρβλ. 3. 33· ἐγκ. τινὰ ὅρκοις, περιορίζω, ἐξαναγκάζω δι’ ὅρκων, ἐὰν λογισμὸς ἐγκαταλαμβάνῃ αὐτὸν Αἰσχίν. 62. 17: ― Παθ., Ἀριστ
    6 KB (540 words) - 15:10, 9 January 2019
  • ἐξαναγκάζω
    41 bytes (1 word) - 07:02, 22 August 2017
  • ἐξαναγκάζω
    41 bytes (1 word) - 07:08, 22 August 2017
  • πείθω ή εξαναγκάζω κάποιον να αποκηρύξει τη θρησκευτική του πίστη και να ασπαστεί τη θρησκεία του Ισλάμ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    228 bytes (26 words) - 06:36, 29 September 2017
  • πολεμεῖν Θουκ. 1. 23· ἐς τὸ ἔργον ὁ αὐτ. 2. 75. 2) μ. αἰτ. προσ. μόνον, ἐξαναγκάζω τινά, ἰδίως δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ πείθειν, Πλάτ
    21 KB (1,974 words) - 13:00, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)