Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐξαρχῆς" on this wiki. See also the other search results found.

  • en ed.] adv. desde el principio, originalmente τὰ ἐξαρχῆς λεγόμενα Gal.14.649, τὸ ὄνομα ὅπερ ἐξαρχῆς ἔθεντο οἱ γονεῖς Chrys.M.51.148, reforzado con el
    2 KB (164 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ανέκαθεν («ἐξαρχῆς πιστὸς εἰς τὸν δεσπότην», Χρον. Τόκκ.) 2. (με την πρόθ. ὡς) «ὡς ἐξαρχής» — κατά γενικό κανόνα («καίπερ εἰπεῑν ὡς ἐξαρχῆς ό φθόνος οὐκ
    567 bytes (54 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ἀνέκαθεν, ἀπάνωθεν, ἐξαρχίδιον, ἐξαρχῆς, ἀρχή
    124 bytes (5 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἐξαρχῆς, αὐτοφυής
    59 bytes (2 words) - 07:14, 22 August 2017
  • (AM ἀνέκαθεν) επίρρ. χρον. εξαρχής, από την αρχή, από καταγωγή αρχ. τοπ. από ψηλά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α)- + εκάς («άνω, μακριά») + καταλ. -θεν]. Αναζήτηση
    485 bytes (31 words) - 06:54, 29 September 2017
  • καταπέμψας») αρχ. 1. από το εσωτερικό ενός τόπου 2. από τον βορρά 3. από την αρχή, εξαρχής («ἄνωθεν ἄρχεσθαι ἐξετάζειν») 4. εκ γενετής («πονηρὸς ἄνωθεν») 5. εκ καταγωγής
    1 KB (120 words) - 06:56, 29 September 2017
  • .. τῶν ἀνθρώπων τὰς ῥήσεις Gr.Nyss.Eun.2.263, οἱ τὰ περὶ τὰς Ἐκκλησίας ἐξαρχῆς διαθεσμοθετήσαντες ἀπόστολοι καὶ πατέρες Basil.Spir.27.66.53. Source:
    2 KB (121 words) - 06:28, 1 January 2019
  • ἐξαρχῆς
    36 bytes (1 word) - 07:16, 22 August 2017
  • διεφθαρμένος ηθικά 2. φρ. «ἐξώλης καὶ προώλης» — τελείως διεφθαρμένος ευθύς εξαρχής αρχ. ο τελείως κατεστραμμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. με α' συνθετικό την πρόθεση
    607 bytes (49 words) - 07:10, 29 September 2017
  • βαθμοὶ συγκρίσεως εἶναι: νεώτερος, νεώτατος, ἴδε ἐν λ. νεώτερος· ἀλλὰ τὰ ἐξαρχῆς συγκρ. καὶ ὑπερθετ. ζητητέα ἐν τοῖς ποιητ. τύποις νεαρός, νέατος· - ὁ τύπος
    52 KB (5,007 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Legg. II, 653 b; ὁ ἐξ ἀ. λόγος Theaet. 177 c u. öfter, wie Sp.; wird auch ἐξαρχῆς geschrieben. Ebenso steht auch ἀρχήν, u. bes. mit der Negation, durchaus
    54 KB (5,784 words) - 13:10, 3 October 2019
  • επίρρ. εξαρχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξάναρχα + επιρρμ. κατάλ. -ής (πρβλ. εξαρχής)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    287 bytes (18 words) - 11:58, 29 September 2017
  • ἀρχεδίκης, ο (Α) ο νόμιμος ιδιοκτήτης, αυτός που κατέχει κάτι εξαρχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχε- + -δίκης < δίκη (πρβλ. αγωνοδίκης, ειρηνοδίκης κ.ά.)]. Αναζήτηση
    465 bytes (29 words) - 11:20, 23 December 2018
  • η / ὑπαρχή, ΝΜΑ ὑπάρχω 1. αρχή 2. φρ. «εξ υπαρχής» α) εξαρχής β) εκ νέου, πάλι (α. «του τά είπα όλα εξ υπαρχής» β. «πάλιν ὥσπερ ἐξ ὑπαρχῆς ἐπανίωμεν»
    380 bytes (39 words) - 12:53, 29 September 2017
  • Plb.2.35.10, cf. 5.16.6. Source: ἀνέκαθεν (AM ἀνέκαθεν) επίρρ. χρον. εξαρχής, από την αρχή, από καταγωγή αρχ. τοπ. από ψηλά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α)- + εκάς
    7 KB (596 words) - 16:05, 9 January 2019
  • καταπέμψας») αρχ. 1. από το εσωτερικό ενός τόπου 2. από τον βορρά 3. από την αρχή, εξαρχής («ἄνωθεν ἄρχεσθαι ἐξετάζειν») 4. εκ γενετής («πονηρὸς ἄνωθεν») 5. εκ καταγωγής
    23 KB (2,417 words) - 13:05, 3 October 2019
  • ξαναπαρχῆς (Μ) επίρρ. από την αρχή, εξαρχής, ξανά, πάλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξανά + ἀπαρχῆς «από την αρχή»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    345 bytes (24 words) - 12:06, 29 September 2017
  • διεφθαρμένος ηθικά 2. φρ. «ἐξώλης καὶ προώλης» — τελείως διεφθαρμένος ευθύς εξαρχής αρχ. ο τελείως κατεστραμμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. με α' συνθετικό την πρόθεση
    6 KB (464 words) - 17:33, 10 January 2019
  • 4. 196. ἀρχεδίκης, ο (Α) ο νόμιμος ιδιοκτήτης, αυτός που κατέχει κάτι εξαρχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχε- + -δίκης < δίκη (πρβλ. αγωνοδίκης, ειρηνοδίκης κ.ά.)]
    1,017 bytes (71 words) - 12:24, 31 December 2018
  • ἀρχῆθεν: Δωρ. -ᾱθεν (ἀρχή), επίρρ., από την αρχή, από παλιά, ανέκαθεν, εξαρχής, σε Ηρόδ.· με άρνηση, ἀρχῆθεν μή καθόλου, στον ίδ. ἀρχῆθεν: дор. ἀρχᾶθεν
    4 KB (398 words) - 20:05, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)