Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐπίκοτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἐπίκοτος: -ον, οργισμένος, εκδικητικός, σε Αισχύλ.· ἐπίκοτος τροφᾶς, εξοργισμένος έναντι των γιων που ανέθρεψε
    4 KB (243 words) - 17:35, 10 January 2019
  • ἐπίκοτος, -ον (Α) 1. θυμωμένος, εχθρικός, εκδικητικός («στάσιν ἐπίκοτον», Πίνδ.) 2. μισητός, απεχθής. επίρρ... ἐπικότως με οργή, θυμωμένα, εχθρικά. [ΕΤΥΜΟΛ
    546 bytes (32 words) - 07:11, 29 September 2017
  • Κάδμου τοῦ πάλαι νέα τροφή, νέα θρέμματα, νέα γενεά, Σοφ. Ο. Τ. 1· πρβλ. ἐπίκοτος· - ἐπὶ ζῴων, ἀρνῶν τροφαί, = ἄρνες ἐκτεθραμμένοι, Εὐρ. Κύκλ. 189. ῆς
    18 KB (1,604 words) - 14:35, 3 October 2019
  • adv. avec ressentiment. Étymologie: ἐπίκοτος. ἐπικότως: гневно, злобно Aesch.
    180 bytes (9 words) - 20:36, 31 December 2018
  • возмущенный = ἐπίκοτος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    41 bytes (37 words) - 13:25, 14 October 2019
  • гневный = νύξ, ὀξύθυμος, ἐπίκοτος, ζαμενής, κοτεινός, θυμοπληθής, δριμύς, περίθυμος, βαρύφρων, ζάχολος, βαρύθυμος, δύσμηνις, βαρυόργητος, βαρύς Look
    318 bytes (50 words) - 09:22, 15 October 2019
  • враждебный = ἀνταῖος, δύσφρων, ἐχθρός, πολεμικός, ἐχθοδοπός, ἀντίβιος, ἐπίκοτος, ζαμενής, δάϊος, δήϊος, κακόφρων, διχόβουλος, ἰσχυρός, κακόνοος, κακόνους
    902 bytes (75 words) - 07:45, 15 October 2019
  • κοτόεις. ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αλλόκοτος αρχ. άκοτος, βαρύκοτος, έγκοτος, επίκοτος, ζάκοτος, μεγαλόκοτος, νεόκοτος, παλίγκοτος, υπέρκοτος νεοελλ. απόκοτος]
    11 KB (1,131 words) - 15:35, 2 October 2019