Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐπίστημος" on this wiki. See also the other search results found.

  • wissend, kundig, τινός, Hippocr. ἐπίστημος: -ον, = ἐπιστήμων, γιγνώσκων, μετὰ γεν. πράγμ., Ἱππ. 1200C. ἐπίστημος, -ον (Α) επιστήμων αυτός που γνωρίζει
    963 bytes (52 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἐπίστημος, -ον (Α) επιστήμων αυτός που γνωρίζει καλά κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    138 bytes (18 words) - 06:32, 29 September 2017
  • knowledge referring to ἐπιστήμη (Arist.), ἐπιστημοσύνη (Xenokr.); also ἐπίστημος (Hp.; Chantraine Formation 152); denomin. verbs, both rare and late: ἐπιστημονίζομαι
    44 KB (4,124 words) - 13:35, 3 October 2019