Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐρίγδουπος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 20.50, Il. 11.152, Il. 24.323. ἐρίγδουπος, -ον    1 resounding ἐν δὲ Ναίδων ἐρίγδουποι στοναχαὶ Δ. 2. 12. ἐρίγδουπος, -ον (Α) (κυρίως για έμψυχα) αυτός
    3 KB (246 words) - 17:32, 10 January 2019
  • ἐρίγδουπος, -ον (Α) (κυρίως για έμψυχα) αυτός που βροντά, αυτός που ηχεί, ο βροντώδης («ἐρίγδουποι πόδες ἵππων», Ομ. Ιλ.) βλ. και ερίδουπος. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    499 bytes (36 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ον,    A = ἐρίγδουπος, Hsch. μασιτρίς, gloss on νάρφη, Id. μασίγδουπος: -ον, = ἐρίγδουπος, Ἡσύχ., ἴδε μασι-. μασίγδουπος, -ον (Α) (κατά τον Ησύχ.)
    877 bytes (34 words) - 07:36, 29 September 2017
  • γδουπέω, poet. forms for δοῦπος, δουπέω (esp. in compds., e.g. ἐρίγδουπος, ἐριγδουπέω)    A, ἐπὶ δ' ἐγδούπησαν Il.11.45. γδοῦπος: γδουπέω, ποιητ. ἐκτεταμένος
    2 KB (99 words) - 07:01, 29 September 2017
  • κτλ. ος, ον : c. ἐρίγδουπος. see ἐρίγδουπος. ἐρίδουπος, -ον (Α) (για άψυχα) αυτός που ηχεί πολύ δυνατά, θορυβώδης, ερίγδουπος («ποταμῶν ἐριδούπων»
    2 KB (142 words) - 22:30, 9 January 2019
  •    A gloss on ἐρίγδουπος, Hsch. [Seite 106] Erkl. von ἐρίγδουπος, VLL. μεγᾰλόκτῠπος: -ον, ὁ ἰσχυρῶς βροντῶν, πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ ἐρίγδουπος, Ἡσύχ. μεγαλόκτυπος
    1 KB (48 words) - 07:36, 29 September 2017
  • Rauschen; entstanden aus γδοῦπος, wohl verwandt mit κτύπος, vgl. γδουπέω u. ἐρίγδουπος, s. Scholl. Aristonic. Iliad. 11, 45; bei Homer öfters: δοῦπος ἀκόντων
    13 KB (1,354 words) - 14:45, 2 October 2019
  • αυτός που ηχεί πολύ δυνατά, θορυβώδης, ερίγδουπος («ποταμῶν ἐριδούπων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. του ερίγδουπος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    364 bytes (30 words) - 06:32, 29 September 2017
  • σε -δουπος. ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό: -γδουπος) βαρύγδουπος αρχ. αλίγδουπος, ερίγδουπος, μασίγδουπος, μελίγδουπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    872 bytes (56 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Hsch. s.v. ἐρίγδουπος, Sch.Ar.Nu.284. [Seite 108] dasselbe, Schol. Il. 5, 672. μεγαλόψοφος: -ον, ὁ μέγαν ψόφον ποιῶν, Ἡσύχ. ἐν λ. ἐρίγδουπος. μεγαλόψοφος
    1 KB (55 words) - 06:46, 29 September 2017
  • [Seite 476] p. = δοῦπος, δουπέω in Zusammensetzungen, vgl. ἐρίγδουπος; Tmesis Iliad. 11, 45 ἐπὶ δ' ἐγδούπησαν, Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι διὰ τὸ μέτρον
    762 bytes (58 words) - 20:35, 9 January 2019
  • von sich geben, krachen, rasseln, tosen. Verwandt κτυπέω, κτύπος? Vgl. ἐρίγδουπος und ἐπὶ δ' ἐγδούπησαν Iliad. 11, 45. – Bei Homer oft von dem Geräusche
    13 KB (1,317 words) - 12:20, 9 January 2019
  • itself, hence ὑψίζυγος, αἰθέρι ναίων, Διὸς ὄμβρος, Διὸς ἑνιαυτοί, εὐρύοπα, ἐρίγδουπος πόσις Ἥρης, αἰγίοχος, ὑψιβρεμέτης, νεφεληγερέτα, κελαινεφής, στεροπηγερέτα
    1 KB (135 words) - 15:29, 15 August 2017
  • because of their loud neighing, or their 'high-resounding pace' (cf. ἐρίγδουπος), Il.5.772 (v.l. ὑψαύχενες ap.Longin.), 23.27; τὸ ὑ. τῶν λόγων Philostr
    3 KB (230 words) - 12:58, 9 January 2019
  • ἐριηχής, -ές αυτός που ηχεί δυνατά, ο ερίγδουπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι- (επιτ. μόριο) + -ηχής (< ήχος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    365 bytes (23 words) - 06:32, 29 September 2017
  • εὐρυόπα, τερπικέραυνος, ἀργικέραυνος, ἀστεροπητής, ὑψιβρεμέτης, ἐριβρεμέτης, ἐρίγδουπος, στεροπηγερέτα «громовержец», αἰγίοχος «эгидодержавный», ξείνιος «блюститель
    50 KB (5,350 words) - 13:49, 3 October 2019
  • Rinderhirten, Il. 23, 845 u. sp. D., Ap. Rh. 2, 33; ῥομβητής Zon. 4 (VI, 106); ἐρίγδουπος Ep. ad. 467 (Plan. 74); in Prosa, D. Hal. 1, 39 Long. 1, 8; v. l. ist
    6 KB (590 words) - 13:51, 2 October 2019
  • грохочущий = βαρυβρεμέτης, ἐρίγδουπος, μεγαβρόντης, κροτητός, ἠχήεις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    144 bytes (41 words) - 13:55, 14 October 2019
  • εριβρεμέτης, εριβρεμής, εριβριθής, ερίβρομος, ερίβρυχος, εριβώλαξ, εριγάστωρ, ερίγδουπος, εριγηθής, ερίγληνος, ερίδηλος, εριδινής, ερίδματος, ερίδουπος, ερίδωρος
    4 KB (315 words) - 14:45, 2 October 2019
  • ἐπιτατικὸν προθετικὸν μόριον ὡς τὸ ἐρι-· μνημονεύει δὲ τὸ μασίγδουπος ἀντὶ ἐρίγδουπος· ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἐν τῷ τύπῳ μάσσων· καὶ τὸ Λατ. magis δυνατὸν
    1 KB (75 words) - 07:36, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)