Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐργάτις" on this wiki. See also the other search results found.

  • Μοῖσα οὐκ ἐργάτις Pind. I. 2, 6; – Beiname der Athene, = ἐργάνη, Hesych.; – γυνή, Hure, Archil. u. VLL.; Κύπριδος Macedon. 7 (V, 245). ἐργάτῐς: ᾰ, ιδος
    6 KB (505 words) - 13:45, 9 January 2019
  • ο, θηλ. εργάτρια και εργάτισσα (AM ἐργάτης, ὁ, θηλ. ἐργάτις και ἐργατίνα) 1. αυτός που εργάζεται χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια του, που κάνει χειρωνακτική
    2 KB (143 words) - 06:32, 29 September 2017
  • η βλ. εργάτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (12 words) - 07:13, 29 September 2017
  • 561, 2.1434, al., 4.990 (Epid.), Ael.VH1.2, Paus. 1.24.3, prob. l. for ἐργάτις in APr.461 : Delph. ϝαργάνα Schwyzer 319(1) (vi/v B. C.); cf. ὀργάνη.    II
    2 KB (166 words) - 20:44, 31 December 2018
  • ίδος, ἡ,    A = ἐργάτις, Hsch. s.v. καιρωστρίδες. [Seite 1020] ίδος, ἡ, = ἐργάτις, Hesych. η βλ. εργαστήρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    620 bytes (26 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Κύρ. 1. 6, 18· ἀντίθ. τῷ ἀργός, Πλάτ. Εὐθύδ. 281C, πρβλ. Πολ. 554Α: πρβλ. ἐργάτις. ΙΙ. ὁ ἐξασκῶν τέχνην τινά, τῶν πολεμικῶν Ξεν. Κύρ. 4. 1, 4· ἐργ. δίκης
    13 KB (1,185 words) - 13:40, 3 October 2019
  • ΙΙΙ. (Ἐντεῦθεν ἡ Ἀθηνᾶ, = ὡς προστάτης τοιούτων ἔργων καλεῖται ἐργάνη, ἐργάτις). γ) περὶ ἄλλων ἀσχολιῶν, παρ’ Ὁμ., θαλάσσια ἔργα, ἁλιεία, ὡς πόρος ζωῆς
    88 KB (9,177 words) - 13:40, 3 October 2019
  • φῐλοκερδής    1 avaricious ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6) -ές, ΝΑ αυτός που επιζητεί το υλικό κέρδος, κερδοσκόπος νεοελλ
    3 KB (204 words) - 14:35, 9 January 2019
  • πρωτεργάτης: [ᾰ], ὁ, καὶ - εργάτις, ἡ, πρῶτος ἐργάτης, πρωτουργός, πρωταίτιος, Βυζ. ο, ΝΜ θηλ. πρωτεργά τρια και πρωτεργάτισσα Ν, και πρωτεργά τις, -ιδος
    1,009 bytes (73 words) - 12:24, 29 September 2017
  • ῆρος, ὁ, (δράω) ἐργάτης, ἐργατικός ἄνθρωπος, Ὀδ. Π. 248· θηλ. δρήστειρα, ἐργάτις, ἐργατικὴ γυνή, Ὀδ. Κ. 349, Τ. 345. ΙΙ. (διδράσκω) δραπέτης, λῃστὴς Βάβρ
    4 KB (311 words) - 21:20, 9 January 2019
  • previous temporal word (πάλαι v. l.) ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις, νῦν δ (v. l. ποτ) (I. 2.6) (φάμα παλαιά v. 22) ἅ τε ὤπασεν τοιάδε τῶν τότ'
    36 KB (3,953 words) - 14:35, 3 October 2019
  • τέχνης) αυτή που εργάζεται χρησιμοποιώντας τη φωτιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πῦρ + ἐργάτις, θηλ. του ἐργάτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    504 bytes (37 words) - 12:25, 29 September 2017
  • 783· - εἰρωνικῶς, οἱ χρ. πρέσβεις οὕτοι Δημ. 235. 23· - χρηστὴ μέλιττα, ἡ ἐργάτις, ἡ ἐργατικὴ μέλισσα, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 21· - συχνάκις ἐπὶ ἐπιταφίων
    30 KB (2,635 words) - 14:45, 3 October 2019
  • γένει τε Μοῖσαν φέρειν (N. 3.28) ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6) ἔνθα ἀριστεύοισιν καὶ χοροὶ καὶ Μοῖσα καὶ Ἀγλαία at Sparta fr.
    6 KB (668 words) - 14:38, 17 August 2017
  • die Tagelöhnerinn, Theocr. 3, 35. ἐρῑθακίς: -ίδος, ἡ, = ἔριθος (ἡ), ἐργάτις, Θεόκρ. 3. 35. ἐριθακίς, ἡ (Α) 1. εργάτρια, δουλεύτρα 2. υπηρέτρια, θεραπαινίδα
    1 KB (72 words) - 22:40, 9 January 2019
  • from ἀεργός):—prop.    A not working the ground, Hdt.5.6; idle, lazy, opp. ἐργάτις, S.Ph.97, cf. Ar. Nu.53, etc.; γαστέρες ἀ. Epimenid.1; ἀ. ἐπιθυμίαι Pl.R
    41 KB (3,961 words) - 13:00, 3 October 2019
  • 889 d, vgl. Rep. VII, 533 d. συνέρῑθος: ἡ, συνεργάτις, βοηθός, μάλιστα ἐργάτις μεμισθωμένη ὅπως βοηθῇ εἰς οἰκιακὰς ἐργασίας, οἷον εἰς τὸ νήθειν καὶ ὑφαίνειν
    4 KB (332 words) - 01:35, 10 January 2019
  • ἀλλ' οὔ νιν φλάσαν οὐδ ἀνέχασσαν (N. 10.69) οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις· οὐδ ἐπέρναντο γλυκεῖαι μαλθακόφωνοι ἀοιδαί (I. 2.6) —7. οὐ γὰρ πάγος οὐδὲ
    48 KB (5,254 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Lexiph. 9; vgl. das Vor. – Auch akt. schönwebend, in dor. Form εὐάτριος ἐργάτις, s. oben. εὐήτριος: Δωρ. εὐάτριος ᾱ, ον, (ἤτριον) ὁ διὰ λεπτῆς κλωστῆς
    4 KB (257 words) - 11:30, 26 February 2019
  • ἐπιχθονίων πιστὸν εὖρεν (O. 12.7) ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6) [ἥβαν γὰρ οὐκ ἄπειρον ὑπὸ χόα (vel χεία) πω καλῶν δάμασεν (cod
    9 KB (861 words) - 15:40, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)