Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐργατήσιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • mai. 21. ἐργᾰτήσιος: -α, -ον, παρέχων εἰσόδημα, χώρα Πλουτ. Κάτων Πρεσβ. 21. α, ον : productif, fertile. Étymologie: ἐργάτης. ἐργατήσιος, -ία, -ιον
    1 KB (83 words) - 22:30, 9 January 2019
  • ἐργατήσιος, -ία, -ιον (Α) φρ. «ἐργατήσιος χώρα» — χώρα που παρέχει εισόδημα, εύφορη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    199 bytes (21 words) - 06:32, 29 September 2017
  • vgl. Chantraine Formation 203, Schwyzer 490), διεργάτινος (Mytilene), ἐργατήσιος profitable (Plu. Cat. Ma. 21; uncertain; cf. Chantraine 42); ἐργασία,
    88 KB (9,177 words) - 13:40, 3 October 2019
  • α, ον,    A v. ἐργατήσιος. -α, -ον, Α πίσσα αυτός που έχει γίνει με πίσσα («ἔργα πίσσια», Πλούτ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    520 bytes (27 words) - 12:17, 29 September 2017
  • доходный = ἐργατήσιος, κερδαλέος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    69 bytes (38 words) - 09:36, 14 October 2019
  • βαθύσπορος, πίων, εὔοχθος, πολύκαρπος, πολυτραφής, καρποφόρος, κάρπιμος, ἐργατήσιος, εὔκαρπος, ἀρώσιμος, γόνιμος, βούνομος, εὔκρατος, πολύβωλος, εὔγειος,
    601 bytes (62 words) - 09:29, 15 October 2019
  • βροντήσιος, βροτήσιος, γαστρήσιος, γναφήσιος, γυμνήσιος, διετήσιος, επετήσιος, εργατήσιος, θανατήσιος, ικετήσιος, ισομιλήσιος, νεοτήσιος, νυκτερήσιος, υμνήσιος
    5 KB (242 words) - 11:00, 19 December 2018