Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἐς" on this wiki. See also the other search results found.

  • πόρευσον ἁρμάτων ἐς Ἆλιν (O. 1.78) ῥοαὶ δ' ἐς ἄνδρας ἔβαν (O. 2.34) ὁμόκλαρον ἐς ἀδελφεὸν ἄνθεα ἄγαγον (O. 2.49) ἐς γαῖαν πορεύειν (O. 3.25) ἐς ταύταν ἑορτὰν
    14 KB (1,486 words) - 14:45, 2 October 2019
  • ἀπόστολος ἐς τὴν Μίλητον ἦν Hdt.1.21 (s. v.l.); αὐτὸς ἐς Αακεδαίμονα ἀπόστολος ἐγίνετο Id.5.38; ἐς κώμην παραγίνονται Id.1.185; παρῆν ἐς Σάρδις Id.6.1; ἐς δόμους
    182 KB (23,657 words) - 13:30, 3 October 2019
  • prep. P. and V. εἰς (acc.), ἐς (acc.). Far into the night: P. πόρρω τῶν νυκτῶν. Look up into on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    220 bytes (28 words) - 09:44, 21 July 2017
  • κάποιον τόπο («φυγόντων παῑδας λαβὼν και καταστήσας ἐς Νάξον». Ηρόδ.) 3. επαναφέρω («πάλιν αὐτὸν καταστήσειν ἐς τὸ τεῑχος σῶν καὶ ὑγιᾱ», Θουκ.) 3. οδηγώ κάποιον
    6 KB (410 words) - 12:30, 15 February 2019
  • 3.51.3: mostly in phrases, ἴτ' ἐς φθόρον = φθείρεσθε (v. φθείρω 11.1), A.Ag.1267; οὐκ ἐς φθόρον . . ; Id.Th.252; ἄπαγ' ἐς τὸν φθόρον [Epich.] ap.Ath.2.63d
    6 KB (494 words) - 13:55, 9 January 2019
  • and things, ἐς μέτρον τινὸς ἀ. Hdt.2.127; αἱμασιὴν ὕψος ἀνήκουσαν ἀνδρὶ ἐς τὸν ὀμφαλόν Id.7.60; ἐς τὰ μέγιστα ἀ. ἀρετῆς πέρι 5.49; χρήμασι ἀ. ἐς τὰ πρῶτα
    18 KB (1,830 words) - 13:10, 3 October 2019
  • ποταμοῡ», Πίνδ.) 2. δωμάτιο, θάλαμος 3. δωμάτιο ύπνου, κοιτώνας («ἐγὼ γάρ σε ἐς τὸ οἴκημα, ἐν τῷ κοιμώμεθα... στήσω», Ηρόδ.) 4. αίθουσα φαγητού 5. μαγειρείο
    2 KB (115 words) - 12:07, 29 September 2017
  • πῆμα A.Pr.1075; φάρμακα ἐς φρέατα Th.2.48 ; ἐς. στρατιὴν ἐς Μίλητον throw an army into the Milesian territory, Hdt.1.14 ; ἐς. ὗς ἐς [τὴν ἄρουραν] Id.2.14
    18 KB (1,767 words) - 21:32, 9 January 2019
  • -ον (Α) (μόνο σε πλάγ. πτώσεις του θηλ.) μεθαύριο («ἐς τ' αὔριον ἐς τ' ἔννηφιν», «καὶ ἔνας καὶ ἐς ἀῶ»). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά μόνο στις πλάγιες πτώσεις
    3 KB (216 words) - 12:52, 8 January 2019
  • εχθρική διάθεση, εχθρότητα, απέχθεια, αποστροφή, μίσος («ἀρχὴν τῆς ἔχθρης τῆς ἐς τοὺς Ἕλληνας», Ηρόδ.) αρχ. παροιμ. «Ἐμπεδοκλέους ἔχθρα» — άσβεστο μίσος.
    508 bytes (43 words) - 07:15, 29 September 2017
  • imprecations, ἐς κόρακας 'go and be hanged', Ar.V.852, 982; βάλλ' ἐς κ. Id.Nu.133; ἀπόφερ' ἐς κ. Id.Pax1221; οὐκ ἐς κ. ἐρρήσετε; ib.500; ἔρρ' ἐς κ. Pherecr
    25 KB (2,276 words) - 13:55, 3 October 2019
  • τουριστών» γ. «η βόμβα εξερράγη ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος» δ. «ἐσέβαλον ἐς γῆν τὴν Ἀττικὴν σὺν στρατοῦ πλήθει», Ηροδ.) 2. ο λαός, οι κάτοικοι μιας περιοχής
    3 KB (277 words) - 12:55, 15 February 2019
  • estado o situación c. compl. ἐς ἀπορίην Hdt.1.79, ἐς πᾶν κακοῦ Hdt.7.118, ἐς διάπειραν Hdt.2.28, cf. 2.77, ἐς γῆρας Democr.B 295, ἐς ἀνάγκην Th.1.124, cf. E
    32 KB (3,381 words) - 13:15, 3 October 2019
  • ἀπὸ βηλοῦ Il.1.591, etc.; ἤ μιν ἑλὼν ῥίψω ἐς Τάρταρον 8.13, cf. A.Pr.1051 (anap.); ἐς τὸ δυστυχές Id.Ch.913; ἐς φλόγα S.Tr.695; ποτὶ νέφεα Od.11.592; χθονὶ
    28 KB (2,562 words) - 14:30, 3 October 2019
  • ἐσπίπτει δόμοις E.Ion 1196.    2 simply, fall into, ἐς χωρίον Th.1.106; ἐς χαράδρας Id.3.98, etc.; ἐς.ἐς εἱρκτήν to be thrown into prison, Id.1.131: in Poets
    15 KB (1,453 words) - 21:30, 9 January 2019
  • общественная среда, общественность: ἐς μ. τιθέναι τι Hom. выставлять что-л. в качестве приза (для будущего победителя в состязании); ἐς τὸ μ. φέρειν Her. (τιθέναι
    4 KB (303 words) - 14:00, 31 January 2019
  • κάποιου και εκείνος τον δικό μου II. φρ. «τὴν εἰωθυῑαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει» (Θουκ. 5, 82, 4) άλλαξαν τη συνηθισμένη σημασία
    873 bytes (72 words) - 06:55, 29 September 2017
  • 13; ἐς μάχην Hdt.3.45; ἐς πόλεμον ὑμῖν καὶ μάχην κ. E.HF 1168; ἐς πάλην καθίσταται δορὸς τὸ πρᾶγμα Id.Heracl.159; ἐς τὴν ἴησιν Hp.Prorrh.2.12; ἐς τὸ αὐτό
    85 KB (8,170 words) - 13:50, 3 October 2019
  • ἦλθον ἄγγελοι (Pae. 6.100)    II ἐς, ῥοαὶ δ' ἄλλοτ ἄλλαι ἐς ἄνδρας ἔβαν (O. 2.34) ἐς θαλάμου μυχὸν εὐρὺν ἔβαν (N. 1.42) ἐς δίφρον Μοισᾶν ἔβαινον κλυτᾷ φόρμιγγι
    81 KB (8,397 words) - 14:15, 2 October 2019
  • οπισθοχωρώ («ὡς εἶδον τὰς τῶν Πελοποννησίων ναῡς προσπλεούσας, ὑπεχώρησαν ἐς τὴν Σάμον», Θουκ.) νεοελλ. 1. υφίσταμαι καθίζηση ή πτώση («το έδαφος υποχώρησε
    1 KB (110 words) - 12:53, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)