Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑταίρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἑταίρα: Ιων. -ρη, ἡ, βλ. ἑταῖρος II. ἑταίρα: эп. тж. ἑτάρη, ион. ἑταίρη ἡ 1) подруга, спутница (Ἔρις
    11 KB (1,175 words) - 09:46, 13 July 2019
  • η βλ. εταίρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (12 words) - 06:32, 29 September 2017
  • (gen.), ἐπιστήμων (gen.); see skilled. Concubine: Ar. and P. παλλακή, ἡ, ἑταίρα, ἡ. Look up mistress on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    645 bytes (72 words) - 09:47, 21 July 2017
  • subs. Ar. and P. ἑταίρα, ἡ. Look up courtesan on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    137 bytes (18 words) - 09:26, 21 July 2017
  • ο, θηλ. εταίρα (ΑΜ ἑταῑρος, θηλ. ἑταίρα, Α ιων., επικ. και δωρ. τ. ἕταρος, θηλ. ιων. τ. ἑταίρη, επικ. τ. ἑτάρη) 1. ο σύντροφος, ο φίλος 2. ο συνεταίρος
    4 KB (311 words) - 15:20, 15 January 2019
  • Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 478· Νίκην, ἣ χορικῶν ἐστιν ἑταίρα Ἀριστοφ. Ἱππ. 589, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 603Β· πενία σφιν ἑταίρα Θεόκρ. 22. 16· Ποσειδάωνος ἑταίρη, περὶ τῆς
    31 KB (2,800 words) - 13:40, 3 October 2019
  • slang.gr | Κάτο ἑταιρίς: -ίδος, ἡ, = ἑταίρα, σε Ξεν. ἑταιρίς: ίδος ἡ Xen. demin. к ἑταίρα 2. ἑταιρίς, ίδος = ἑταίρα, Xen.]
    2 KB (138 words) - 12:50, 9 January 2019
  • ὑποκορ. τοῦ ἑταίρα, Πλούτ. 2. 808Ε. ου (τό) : petite courtisane. Étymologie: ἑταίρα. ἑταιρίδιον, τὸ (Α) (υποκορ. του ονόμ. εταίρα) πορνίδιο («τοιαύτας
    1 KB (80 words) - 09:00, 31 December 2018
  • ἡ, Α πόρνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι)- + ἑταίρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    224 bytes (16 words) - 12:47, 29 September 2017
  • épq. et ion. c. ἑταίρα. companion, attendant, Il. 4.441; usually fig., Il. 9.2, Od. 17.271. ἑτάρη: ἡ эп. = ἑταίρα.
    238 bytes (22 words) - 21:00, 31 December 2018
  • attendant, Il. 4.441; usually fig., Il. 9.2, Od. 17.271. ἑταίρη: ἡ ион. = ἑταίρα.
    180 bytes (17 words) - 20:56, 31 December 2018
  • Plu. Caes.52, Luc.DMar.6.3, etc.    III of a κίναιδος, Poll.6.126; of a ἑταίρα, Id.7.39. [Seite 1457] τό, 1) die Flüssigkeit, mit welcher abgespült,
    5 KB (382 words) - 17:55, 10 January 2019
  • χωρίς επίσημο γάμο, σε αντιδιαστολή και προς τη νόμιμη σύζυγο και προς την εταίρα («παλλακίδος... τὴν αὐτὸς φιλέεσκεν, ἀτιμάζεσκε δ' ἄκοιτιν», Ομ. Ιλ.) αρχ
    759 bytes (59 words) - 12:12, 29 September 2017
  • μάχλης ἀκρατής, πόρνος H.; f. also μαχλάς, -άδος (Man., AP, Ph.), μαχλίς ἑταίρα, πόρνη H. Derivatives: μαχλο-σύνη lasciviousness, voluptuousness (Ω 30,
    7 KB (574 words) - 13:55, 2 October 2019
  • Macedonian kings, Plb.16.18.7, D.S.17.37, Arr.An.3.16.11.    II of or like a ἑταίρα, meretricious, γυνή Plu. 2.140c, etc.; τὸ ἑ. the custom of ἑταῖραι, Alciphr
    9 KB (696 words) - 11:18, 4 September 2019
  • τό, Dim. of κέρκουρος, only as pr. n. of a ἑταίρα, AP 5.43 (Rufin.).
    417 bytes (15 words) - 13:08, 7 January 2017
  • PLUT amitié qui se prostitue. Étymologie: ἑταῖρος. ἑταιρέω: μέλ. -ήσω (ἑταίρα), κρατώ συντροφιά, κάνω παρέα, συναναστρέφομαι, εκδίδομαι, λέγεται για εταίρες
    4 KB (317 words) - 19:35, 9 January 2019
  • μαχλίς, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἑταίρα, πόρνη». [ΕΤΥΜΟΛ. < μάχλος «λάγνος, ακόλαστος» + επίθημα -ίς (πρβλ. κεραμ-ίς, κυαμ-ίς)]. Αναζήτηση σε: Google |
    443 bytes (28 words) - 07:36, 29 September 2017
  • συνεταίρα: ἡ, ὁμοίως ἑταίρα, ταῖς συνεταίραις ταύτην συνεῖναι φήσασα Κοσμ. Ἱεροσ. ἐν Maji Spicil. τ. 2, σ. 219D. ἡ, Μ φίλη, συντρόφισσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν-
    821 bytes (56 words) - 12:54, 29 September 2017
  • 1b. [Seite 1277] ἡ, fem. von φίλος, Freundinn, Geliebte, Buhlerinn, wie ἑταίρα, Xen. Mem. φίλη: ἡ, ἴδε φίλος, Ι. 1. β. ης (ἡ) : v. φίλος. (φίλος)
    2 KB (253 words) - 05:32, 1 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)