Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑταιρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἑταιρία: ἡ, βλ. ἑταιρεία. ἑταιρία: ἡ Soph., Eur., Thuc. etc. v. l. = ἑταιρεία.
    1 KB (94 words) - 20:52, 31 December 2018
  • η βλ. εταιρεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    59 bytes (12 words) - 06:32, 29 September 2017
  • και εταιρία, η (ΑΜ ἑταιρεία και ἑταιρία, Α ιων. τ. ἑταιρηΐη) σύλλογος, κοινοπραξία, όμιλος ανθρώπων που αποτελούν σύνδεσμο για κάποιο σκοπό (α. «Εταιρεία
    3 KB (215 words) - 15:20, 15 January 2019
  • 2 liaison amicale, amitié. Étymologie: ἑταιρεύομαι. και εταιρία, η (ΑΜ ἑταιρεία και ἑταιρία, Α ιων. τ. ἑταιρηΐη) σύλλογος, κοινοπραξία, όμιλος ανθρώπων
    11 KB (814 words) - 09:35, 11 February 2019
  • rules, a college, guild, corporation, society, union, company, fraternity: ἑταιρία, συναρχία (so most freq.): nulla (erat) Romae societas vectigalium, nullum
    6 KB (836 words) - 01:00, 28 February 2019
  • αρκτικού -ε- σε -ι- από τη συνεκφορά της λ. με το άρθρο στον πληθ.: τα εταίρια < τα ιταίρια και στη συνέχεια σίγηση του -ι-]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (106 words) - 12:48, 29 September 2017
  • durch Heirath, Verschwägerung, Xen. Hell. 2, 4, 21, neben ξυγγένεια u. ἑταιρία. κηδεστία: ἡ, συγγένεια δι’ ἐπιγαμίας, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 21, ἴδε Κόντ. ἐν
    1 KB (95 words) - 09:35, 11 February 2019
  • το, Ν άκλ. (αεροπ.) επιβατικό αεροπλάνο μισθωμένο από τουριστική εταιρία για ιδιαίτερη πτήση, με μείωση της τιμής του κομίστρου. Αναζήτηση σε: Google
    287 bytes (28 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ζευγάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Από την αρχ. λ. ἑταίρ-ιον, υποκορ. του ἑταῖρος. Ήτοι: τα ἑταίρια > τἀιταίρια > πληθ. ἀιταίρια και ενικ. ἀιταίρι, το]. Αναζήτηση σε: Google
    573 bytes (52 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Translator | LSJ hĕtærĭa,¹⁵ æ, f. (ἑταιρία), confrérie, collège, société : Plin. Min. Ep. 10, 96, 7. hetaeria, ae, f. (εταιρία), die Verbrüderung, Verbindung
    614 bytes (99 words) - 03:35, 28 February 2019