Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑταῖρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • χίμαιρα), which was reshaped into ἑταίρη, -ρα and then gave ἑταῖρος, ἕταιρος; after ἑταῖρος : ἕταρος finally beside ἑταίρη a form ἑτάρη was made (Schulze
    31 KB (2,800 words) - 13:40, 3 October 2019
  • έταρος > έταιρα > εταίρος. Η λ. εταίρος παρασυσχετίστηκε με το σημασιολογικώς συγγενές έτης, Fέτᾱς «συγγενής, ομόφυλος», ενώ στον τ. εταίρος δεν εμφανίζεται
    4 KB (311 words) - 15:20, 15 January 2019
  • subs. P. and V. ἑταῖρος, ὁ, ἧλιξ, ὁ or ἡ, Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, V. συνῆλιξ, ὁ or ἡ, ὁμῆλιξ, ὁ or ἡ. companions: P. and V. οἱ συνόντες. associate: P
    1 KB (146 words) - 11:49, 20 September 2019
  • subs. P. and V. ἑταῖρος, ὁ, Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, V. συνῆλιξ, ὁ or ἡ, ἧλιξ, ὁ or ἡ (also Ar.), ὁμῆλιξ, ὁ or ἡ. Associate: P. and V. σύννομος, ὁ or ἡ
    458 bytes (59 words) - 09:25, 21 July 2017
  • subs. Companion: P. and V. ἑταῖρος, ὁ, σύννομος, ὁ or ἡ, σύντροφος, ὁ or ἡ, Ar. and V. συζυγος, ὁ or ἡ. One of the same age: Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, P
    4 KB (372 words) - 09:40, 21 July 2017
  • συνεργάτη του δ) «πάνε ταίρι ταίρι» — είναι μαζί, είναι αχώριστοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἑταῖρος, μέσω ενός αμάρτυρου υποκορ. εταίριον, με τροπή του αρκτικού -ε- σε -ι-
    1 KB (106 words) - 12:48, 29 September 2017
  • ὁ or ἡ, Ar. and V. σύζυγος, ὁ or ἡ; see partner. companion: P. and V. ἑταῖρος, ὁ; see friend. One's associates, companions: P. and V. οἱ συνόντες. One
    2 KB (208 words) - 11:04, 7 August 2017
  •    A v. ἑταῖρος 1 and 11. ἔτας, v. ἔτης. [Seite 1047] ὁ, ἑτάρη, ἡ, ion. u. poet. = ἑταῖρος und ἑταίρα. ἕταρος: ἑτάρη, Ἐπικ. καὶ Ἰων. ἀντὶ ἑταῖρος, ἑταίρη
    1 KB (83 words) - 06:28, 31 December 2018
  • subs. P. ἑταῖρος, ὁ (Thuc. 8, 65). One who favours (a party): use adj., P. and V. εὔνους. The partisans of Pisander: P. οἱ ἀμφὶ τὸν Πείσανδρον (Thuc. 8
    536 bytes (62 words) - 11:45, 7 August 2017
  • η βλ. εταίρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (12 words) - 06:32, 29 September 2017
  • τοι ἐλεύσεται ἐνθάδ' ἑταῖρος ἢ καὶ γνώριμος ἄλλος, ἐπεὶ κύνες οὐχ ὑλάουσιν ἀλλὰ περισσαίνουσι, ein Bekannter, weniger als ἑταῖρος, ἅπαξ εἰρημέν.; καὶ φίλος
    18 KB (1,701 words) - 13:20, 3 October 2019
  •    A to be ἑταῖρος or comrade to any one, c. dat., ἀνδρὶ ἑταιρίσσαι Il.24.335 ; of the Graces, h.Ven.96.    2 trans. in Med., associate with oneself, choose
    6 KB (468 words) - 17:30, 10 January 2019
  • επιθ. εταιρείος. Η γραφή σε -ία προϋποθέτει παραγωγή της λ. από το εταίρος (εταίρος > εταιρία) πρβλ. κακός > κακία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (215 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ον, as epith. of ἑταῖρος, perh.    A faithful, trusty (μεγάλως τιμώμενοι κτλ., Hsch.), ἐ. ἑταῖρος, in sg., only in Il. 4.266 : elsewh. always in heterocl
    5 KB (386 words) - 22:35, 9 January 2019
  • Th.3.82, Pl.R.365d, D.10.259, Arist.Pol.1272b34, al.; Ion. ἑταιρ-ηΐη: (ἑταῖρος):—   A association, brotherhood, τῶν ἡλικιωτέων Hdt. 5.71 ; ἑ. ποιεῖσθαι
    11 KB (814 words) - 09:35, 11 February 2019
  • ancient, old, βαλὴν ἀ., of Darius, A.Pers.657 (lyr.); λάτρις E.Hec.609; ἑταῖρος X.Mem.2.8.1; οἱ ἀ. κύριοι the original owners, BGU992 ii 6 (ii B. C.); τὰς
    33 KB (3,044 words) - 13:10, 3 October 2019
  • Ion. ἑταίρη, ἡ, v. sub    A ἑταῖρος II. [Seite 1046] ἡ, fem. von ἑταῖρος, ep. auch ἑτάρη, Il. 4, 441, die Genossinn, Freundinn, Il. u. sonst; auch übertr
    11 KB (1,175 words) - 09:46, 13 July 2019
  • Ε΄, τεῦχ. Α΄, σ. 71. ου (ὁ) : compagnon, camarade. Étymologie: σύν, ἑταῖρος. ο, η / συνέταιρος, ΝΜΑ, και συνεταίρος Ν, θηλ. συνεταιρίς, -ίδος, Α νεοελλ
    3 KB (173 words) - 14:25, 9 January 2019
  • befreundet, ἑταῖρος in obseönem ἑταιρόσυνος: -η, -ον, φιλικός, φίλος, Ἀνθ. Π. 12. 247. ος, ον : lié d’amitié en mauv. part. Étymologie: ἑταῖρος. ἑταιρόσυνος
    1 KB (74 words) - 22:35, 9 January 2019
  • οἱ,    A foot-guards in the Macedon. army (cf. ἑταῖρος), D.2.17, Anaximen. Lampsac.4J., Plu.Flam. 17, 2.197c. [Seite 542] οἱ, eine aus erlesenem Fußvolk
    3 KB (227 words) - 05:15, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)