Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑταῖρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • χίμαιρα), which was reshaped into ἑταίρη, -ρα and then gave ἑταῖρος, ἕταιρος; after ἑταῖρος : ἕταρος finally beside ἑταίρη a form ἑτάρη was made (Schulze
    30 KB (2,823 words) - 17:50, 14 July 2020
  • έταρος > έταιρα > εταίρος. Η λ. εταίρος παρασυσχετίστηκε με το σημασιολογικώς συγγενές έτης, Fέτᾱς «συγγενής, ομόφυλος», ενώ στον τ. εταίρος δεν εμφανίζεται
    4 KB (311 words) - 15:20, 15 January 2019
  • P. and V. ἑταῖρος, ὁ, ἧλιξ, ὁ or ἡ, Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, V. συνῆλιξ, ὁ or ἡ, ὁμῆλιξ, ὁ or ἡ. companions: P. and V. οἱ συνόντες. associate: P. and V
    2 KB (150 words) - 09:15, 20 May 2020
  • P. and V. ἑταῖρος, ὁ, Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, V. συνῆλιξ, ὁ or ἡ, ἧλιξ, ὁ or ἡ (also Ar.), ὁμῆλιξ, ὁ or ἡ. associate: P. and V. σύννομος, ὁ or ἡ, σύντροφος
    572 bytes (63 words) - 08:54, 20 May 2020
  • συνεργάτη του δ) «πάνε ταίρι ταίρι» — είναι μαζί, είναι αχώριστοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἑταῖρος, μέσω ενός αμάρτυρου υποκορ. εταίριον, με τροπή του αρκτικού -ε- σε -ι-
    1 KB (106 words) - 12:48, 29 September 2017
  • ὁ or ἡ, Ar. and V. σύζυγος, ὁ or ἡ; see partner. companion: P. and V. ἑταῖρος, ὁ; see friend. one's associates, companions: P. and V. οἱ συνόντες. one
    2 KB (211 words) - 08:49, 20 May 2020
  • P. ἑταῖρος, ὁ (Thuc. 8, 65). one who favours (a party): use adj., P. and V. εὔνους. the partisans of Pisander: P. οἱ ἀμφὶ τὸν Πείσανδρον (Thuc. 8, 65)
    624 bytes (66 words) - 08:53, 20 May 2020
  •    A v. ἑταῖρος 1 and 11. ἔτας, v. ἔτης. [Seite 1047] ὁ, ἑτάρη, ἡ, ion. u. poet. = ἑταῖρος und ἑταίρα. ἕταρος: ἑτάρη, Ἐπικ. καὶ Ἰων. ἀντὶ ἑταῖρος, ἑταίρη
    1 KB (83 words) - 06:28, 31 December 2018
  • companion: P. and V. ἑταῖρος, ὁ, σύννομος, ὁ or ἡ, σύντροφος, ὁ or ἡ, Ar. and V. συζυγος, ὁ or ἡ. one of the same age: Ar. and P. ἡλικιώτης, ὁ, P. and
    4 KB (376 words) - 14:55, 3 July 2020
  • η βλ. εταίρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (12 words) - 06:32, 29 September 2017
  • τοι ἐλεύσεται ἐνθάδ' ἑταῖρος ἢ καὶ γνώριμος ἄλλος, ἐπεὶ κύνες οὐχ ὑλάουσιν ἀλλὰ περισσαίνουσι, ein Bekannter, weniger als ἑταῖρος, ἅπαξ εἰρημέν.; καὶ φίλος
    18 KB (1,730 words) - 22:16, 7 July 2020
  •    A to be ἑταῖρος or comrade to any one, c. dat., ἀνδρὶ ἑταιρίσσαι Il.24.335 ; of the Graces, h.Ven.96.    2 trans. in Med., associate with oneself, choose
    6 KB (468 words) - 16:44, 8 July 2020
  • επιθ. εταιρείος. Η γραφή σε -ία προϋποθέτει παραγωγή της λ. από το εταίρος (εταίρος > εταιρία) πρβλ. κακός > κακία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (215 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ον, as epith. of ἑταῖρος, perh.    A faithful, trusty (μεγάλως τιμώμενοι κτλ., Hsch.), ἐ. ἑταῖρος, in sg., only in Il. 4.266 : elsewh. always in heterocl
    5 KB (386 words) - 16:30, 8 July 2020
  • Th.3.82, Pl.R.365d, D.10.259, Arist.Pol.1272b34, al.; Ion. ἑταιρηΐη: (ἑταῖρος):—   A association, brotherhood, τῶν ἡλικιωτέων Hdt. 5.71 ; ἑ. ποιεῖσθαι
    11 KB (843 words) - 15:55, 4 July 2020
  • Ion. ἑταίρη, ἡ, v. sub    A ἑταῖρος II. [Seite 1046] ἡ, fem. von ἑταῖρος, ep. auch ἑτάρη, Il. 4, 441, die Genossinn, Freundinn, Il. u. sonst; auch übertr
    11 KB (1,199 words) - 13:59, 4 July 2020
  • ancient, old, βαλὴν ἀ., of Darius, A.Pers.657 (lyr.); λάτρις E.Hec.609; ἑταῖρος X.Mem.2.8.1; οἱ ἀ. κύριοι the original owners, BGU992 ii 6 (ii B. C.); τὰς
    32 KB (3,087 words) - 15:00, 8 July 2020
  • Ε΄, τεῦχ. Α΄, σ. 71. ου (ὁ) : compagnon, camarade. Étymologie: σύν, ἑταῖρος. ο, η / συνέταιρος, ΝΜΑ, και συνεταίρος Ν, θηλ. συνεταιρίς, -ίδος, Α νεοελλ
    3 KB (173 words) - 09:00, 30 June 2020
  • befreundet, ἑταῖρος in obseönem ἑταιρόσυνος: -η, -ον, φιλικός, φίλος, Ἀνθ. Π. 12. 247. ος, ον : lié d’amitié en mauv. part. Étymologie: ἑταῖρος. ἑταιρόσυνος
    1 KB (74 words) - 09:45, 30 June 2020
  • οἱ,    A foot-guards in the Macedon. army (cf. ἑταῖρος), D.2.17, Anaximen. Lampsac.4J., Plu.Flam. 17, 2.197c. [Seite 542] οἱ, eine aus erlesenem Fußvolk
    3 KB (227 words) - 15:56, 1 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)