Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑτοιμάζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • befestigen. ἑτοιμάζω: μέλλ. -άσω, κτλ. : παθ. πρκμ. ἡτοίμασμαι ἐνίοτε ἐν κυρίᾳ παθ. σημασ., ἐνίοτε δὲ ἐν μέσῃ, ἴδε κατωτ.: (ἑτοῖμος). Ἑτοιμάζω, παρασκευάζω
    16 KB (1,551 words) - 13:35, 3 October 2019
  • (ΑΜ ἑτοιμάζω) έτοιμος 1. ενεργ. κάνω κάποιον ή κάτι έτοιμο, ετοιμάζω, παρασκευάζω, αποτελειώνω, καταρτίζω («ἐμοὶ γέρας αὐτίχ' ἑτοιμάσατ'», Ομ. Ιλ.) 2.
    2 KB (137 words) - 06:33, 29 September 2017
  • προετοιμαζόμην, ao. ion. προετοιμασάμην) m. sign. Étymologie: πρό, ἑτοιμάζω. from πρό and ἑτοιμάζω; to fit up in advance (literally or figuratively): ordain before
    6 KB (514 words) - 14:20, 3 October 2019
  • Ἑβδ. (Ψαλμ. Θ΄, 41, κ. ἀλλ.), Ἐκκλ. from ἑτοιμάζω; preparation: preparation. ἑτοιμασίας, ἡ (ἑτοιμάζω), cf. θαυμάσια, εἰκασία, ἐργασία); 1. the act
    4 KB (316 words) - 13:45, 3 October 2019
  • 121, 4, κτλ.· ἰδίαν κατασκευὴν κατασκευάζεται ἕκαστος Πλάτ. Πολ. 557Β. 3)ἑτοιμάζω, κάμνω, κτίζω, γέφυραν Ἡρόδ. 1. 186· διδασκαλεῖον Ἀντιφῶν 142. 34· πόλιν
    41 KB (3,528 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 7: - κατασκευάζω κυρίως σημαίνει διευθετῶ καὶ ἑτοιμάζω ὅ,τι ἔχω, τὸ δὲ παρασκευάζω πορίζομαι καὶ ἑτοιμάζω ὅ,τι δὲν ἔχω, πρβλ. παρασκευὴ ΙΙ. 3. 2) προμηθεύω
    39 KB (3,599 words) - 14:17, 3 October 2019
  • σκευάζω 1. αναιρώ, ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία αρχ. Ι. ενεργ. 1. ετοιμάζω τις αποσκευές για αναχώρηση 2. απογυμνώνω, ερημώνω, καταστρέφω II. μέσ
    566 bytes (42 words) - 06:23, 29 September 2017
  • -άσω, βάλλω ὁμοῦ καὶ ἑτοιμάζω τὰ πράγματα, δένω τὰς ἀποσκευὰς καὶ τὰς ἑτοιμάζω δι’ ἄλλον τινά, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 25. 2) ἀπὸ κοινοῦ ἑτοιμάζω, τὸ δεῖπνόν τινι
    19 KB (1,623 words) - 11:05, 10 January 2019
  • (ΑΜ εὐτρεπίζω) ευτρεπής 1. παρασκευάζω, ετοιμάζω, τακτοποιώ, συγυρίζω 2. παθ. ευτρεπίζομαι είμαι έτοιμος, παρασκευάζομαι νεοελλ. 1. μέσ. ευτρεπίζομαι καλλωπίζομαι
    2 KB (119 words) - 07:15, 29 September 2017
  • (AM ἐπισκευάζω) σκευή επαναφέρω κάτι σε καλή κατάσταση, διορθώνω αρχ. 1. ετοιμάζω, παρασκευάζω («τὸ δεῑπνον αὐτοῑς ἔστ’ ἐπεσκευασμένον») 2. (για πλοία) συμπληρώνω
    1,009 bytes (67 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Εὐρ. Ἱκέτ. 1057, Λυσ. Ἀποσπ. 54· (σκεῦος, σκευή). Παρασκευάζω, ἑτοιμάζω, μάλιστα δὲ ἑτοιμάζω τροφήν, μαγειρεύω, πρόβατα Ἡρόδ. 1. 207, πρβλ. 73· ὅ τι ἄν τις
    23 KB (1,800 words) - 12:20, 14 January 2019
  • Ἀριστοφ. Πλ. 626· σφαγαῖσιν ηὐτρεπισμένον Λυκόφρ. 614: - Μέσ., ἑτοιμάζω δι’ ἐμαυτὸν ἢ ἑτοιμάζω τι ἰδικόν μου, Θουκ. 4. 123, πρβλ. 2. 18. ΙΙ. διαλλάττω, φιλιώνω
    8 KB (609 words) - 22:50, 9 January 2019
  • αὐτήν, ἐθεράπευσας, Ἑβδ. (Ψαλμ. ΞΖ΄, 9). ΙΙ. ἐντελῶς ἐφοδιάζω, ὁπλίζω, ἑτοιμάζω, ναῦν πληρώματι Πολύβ. 1. 47, 6, κτλ.· ταῖς εἰρεσίαις κατηρτισμένοι ὁ αὐτ
    16 KB (1,506 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 214). στολίζω: μέλλ. -ίσω, (στολὶς) ὡς τὸ στέλλω, παρασκευάζω, ἐξοπλίζω, ἑτοιμάζω· στολίσας νηὸς πτερά, περιστείλας, συστείλας τὰ ἱστία, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ.
    7 KB (553 words) - 11:00, 10 January 2019
  • καλύβες») 3. ιδρύω («μαζεύτηκαν οι τρεις τους και έστησαν μια εταιρεία») 4. ετοιμάζω, οργανώνω («ο σκηνοθέτης έστησε μια όμορφη θεατρική παράσταση») 5. (σχετικά
    2 KB (182 words) - 12:32, 29 September 2017
  • 3, durchbringen. διασκευάζω: μέλλ. -άσω, τακτοποιῶ, βάλλω εἰς τάξιν, ἑτοιμάζω, τι Πολύβ. 15. 27, 9. ΙΙ. ἐφοδιάζω, στολίζω, τινὰ βασιλικῶς Λουκ. Νεκ.
    12 KB (1,026 words) - 20:55, 9 January 2019
  • functionally postverbal to ἑτοιμάζω, cf. Frisk Adj. priv. 13f.). Derivatives: ἑτοιμότης willingness, readyness (D., Plu.); ἑτοιμάζω prepare (Il.) with ἑτοιμασία
    30 KB (2,678 words) - 14:45, 2 October 2019
  • η (ΑΜ ἑτοιμασία) ετοιμάζω προπαρασκευή, προεργασία, προετοιμασία («οι ετοιμασίες για τον χορό ήταν μεγάλες») αρχ.-μσν. 1. ετοιμότητα, προθυμία, διάθεση
    781 bytes (57 words) - 07:13, 29 September 2017
  • καθετοιμάζω: ἑτοιμάζω ἐντελῶς, Γ. Παχ. τ. Β΄, σ. 588, 16, ἔκδ. Β. καθετοιμάζω (Μ) ετοιμάζω τελείως. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ἑτοιμάζω. Αναζήτηση σε: Google
    409 bytes (29 words) - 07:20, 29 September 2017
  • επινοώ, πράττω κάτι με επιτήδειο τρόπο για έναν σκοπό 3. παρασκευάζω, ετοιμάζω 4. προξενώ ή φέρω αποτέλεσμα («ἀπὸ τοῦ ὠκεανοῡ ῥέοντα αὐτὸν ταῡτα μηχανᾱσθαι»
    1 KB (86 words) - 12:40, 15 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)