Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἑψητής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Authors & Works [Seite 1132] ὁ, der Kochende, Sp. ἑψητής: -οῦ, ὁ βράζων, Ἀγαθαρχ. παρὰ Φωτ., Βασιλ. ἑψητής, ὁ (Α) ἕψω 1. αυτός που βράζει κάτι, που μαγειρεύει
    841 bytes (64 words) - 11:15, 1 January 2021
  • ἑψητής, ὁ (Α) ἕψω 1. αυτός που βράζει κάτι, που μαγειρεύει, ο ψήστης 2. αυτός που λειώνει με μεταλλεύματα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    244 bytes (28 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἑψητικός, -ή, όν (Α) ἑψητής αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έψηση, στο βράσιμο ή στο ψήσιμο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    211 bytes (26 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἀνήκων εἰς βράσιν, κατάλληλος πρὸς βράσιμον, Γλωσσ. ἑψητικός, -ή, όν (Α) ἑψητής αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έψηση, στο βράσιμο ή στο ψήσιμο. * Αναζήτηση
    845 bytes (64 words) - 14:50, 5 April 2021
  • λεξ. Σούδα) «ἔνθα χωνεύουσι καὶ ἕψουσι τὸν χρυσόν». [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο)- + ἑψητής «χύτης» (< ἕψω) + κατάλ. -εῖον (πρβλ. μεταλλ-εῖον)]. * Αναζήτηση σε: Google
    531 bytes (32 words) - 06:17, 29 September 2017
  • λεξ. Σούδα) «ἔνθα χωνεύουσι καὶ ἕψουσι τὸν χρυσόν». [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο)- + ἑψητής «χύτης» (< ἕψω) + κατάλ. -εῖον (πρβλ. μεταλλ-εῖον)]. * Αναζήτηση σε: Google
    840 bytes (53 words) - 06:17, 29 September 2017
  • εμφανίζεται παρεκτεταμένη με -s. ΠΑΡ.: αρχ. εφθός, εψαλέος, εψανός, έψημα, εψητής, εψητικός αρχ.-μσν. εψητός]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (138 words) - 22:15, 29 December 2020
  • coctūrārĭus: ii, m., I a cook, ἑψητής, Gloss. Vet. * Look up in: Google | Google Books | Perseus KWIC Corpus search | Perseus Morphology | Latin Italian
    251 bytes (56 words) - 18:18, 27 February 2019
  • εμφανίζεται παρεκτεταμένη με -s. ΠΑΡ.: αρχ. εφθός, εψαλέος, εψανός, έψημα, εψητής, εψητικός αρχ.-μσν. εψητός]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    18 KB (1,719 words) - 13:10, 20 April 2021
  • αυτός που ψήνει, που κατασκευάζει πλίνθους από πηλό. [ΕΤΥΜΟΛ. < πηλός + ἐψητής (< ἔψω «ψήνω»)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    747 bytes (41 words) - 20:25, 30 December 2020