Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἔξοχα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἔξοχα: επίρρ., βλ. ἔξοχος. ἔξοχα: I adv. 1) крайне, весьма (φιλεῖν, ἐχθαίρειν Hom.): ἔ. ἄριστοι Hom
    1 KB (90 words) - 14:10, 31 January 2019
  • επίρρ. βλ. έξοχος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    66 bytes (12 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ὡσαύτως συχνάκις τὸ οὐδ. πληθ. ἔξοχα, ὡς Ἐπίρρ., ὅς κ’ ἔξοχα μὲν φιλέῃσιν, ἔξοχα δ’ ἐχθαίρῃσιν Ὀδ. Ο. 70, πρβλ. Ἰλ. Ε. 61· ἡ δ’ ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα Ὀδ. Λ. 432·
    17 KB (1,515 words) - 17:31, 10 January 2019
  • εξαίρεσιν, ξεχωριστά γ) (Α) περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον («ἐμέ δ' ἔξοχα πάντων ζήτει»). [ΕΤΥΜΟΛ. Παράγωγο του ρ. εξ-έχω με την ετεροιωμένη βαθμίδα (οχ-)
    1 KB (89 words) - 07:10, 29 September 2017
  • -έω) 1. γυρεύω, ψάχνω να βρω κάποιον ή κάτι (α. «ζητώ εργασία» β. «ἐμὲ δ' ἔξοχα πάντων ζήτει», Ομ. Ιλ. γ. «σέ ζητάω απ' το πρωί» δ. «αἰτεῑτε, καὶ δοθήσεται
    4 KB (259 words) - 12:30, 15 February 2019
  • de beaucoup le meilleur ou le plus brave. Étymologie: ἔχω ; cf. ἔξοχα. (cf. ἔξοχα): by far, always ὄχ' ἄριστος. ὄχα: (ἔχω), επίρρ., χρησιμ. για να
    3 KB (274 words) - 13:40, 2 October 2019
  • παράγω κάτι (α. «ἡ φύσις οὐδὲν δημιουργεῑ μάτην», Αριστοτ. β. «δημιούργησε έξοχα έργα» 2. (για τη θεία δύναμη) φέρνω σε ύπαρξη, πλάθω εκ του μηδενός νεοελλ
    2 KB (124 words) - 07:03, 29 September 2017
  • judgement, Μίνως… δικαστύας ἔξοχα κρίνων Epigr. in Abh.Berl.Akad.1909.62. (δῐκαστύς) -ύος, ἡ juicio Μίνως ἐν θνατοῖσι δικαστύας ἔξοχα κρείνων GVI 1154.13 (Samos
    695 bytes (35 words) - 11:20, 26 February 2019
  • ἔξοχος χαρακτήρ, λόγων μ. Λογγῖν. 4, 1, κ. ἀλλ.· καὶ ἐν τῷ πληθ. ὑψηλά, ἔξοχα, ἐξαίσια πράγματα, ὁ αὐτ. 9, 1, κ. ἀλλ. ΙΙΙ. ἐν τοῖς μαθημ., τὸ μέγεθος,
    21 KB (1,714 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ), Ph.1424, etc.; λυγρά bane, misery, Il.24.531, Od.14.226; ruin, 3.303; ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα versed above all in banes, 11.432, cf. Hes.Th.313; λυγρὰ νοεῦντες
    11 KB (850 words) - 15:15, 2 October 2019
  • 1. (επιφών. επιδοκιμασίας και θαυμασμού) εύγε, έξοχα, πολύ ωραία 2. ειρωνικά και σε εκφράσεις αποδοκιμασίας («μπράβο σου, το έσπασες το ποτήρι») 3. (ως
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • με μεγάλη βαρύτητα και σημασία, εξαίρετα 2. (ως έκφραση επιδοκιμασίας) έξοχα, εξαιρετικά αρχ. 1. με ταχύτητα, γρήγορα 2. (το υπερθ.) σπουδαιότατα με πάρα
    3 KB (225 words) - 12:31, 29 September 2017
  • ιστίου 5. φρ. α) «έχει δυνατή πένα» — γράφει ωραία β) «στην πένα» — άψογα, έξοχα, τέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. penna < λατ. penna «φτερό»]. (II) η υποδιαίρεση
    1 KB (106 words) - 11:45, 9 January 2019
  • άριστο από τα έργα κάποιου 3. (ως επιφώνημα, εκδηλώνει θαυμασμό) υπέροχα, έξοχα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    510 bytes (43 words) - 06:59, 29 September 2017
  • Odyss. 9, 551 ἀρνειὸν δ' ἐμοὶ οἴῳ ἐυκνήμιδες ἑταῖροι μήλων δαιομένων δόσαν ἔξοχα; – Odyss. 1, 48 ἀλλά μοι ἀμφ' Ὀδυσῆι δαΐφρονι δαίεται ἦτορ, δυσμόρῳ, das
    13 KB (1,248 words) - 14:25, 2 October 2019
  • επίρρ... θείως και θεία (AM θείως) 1. με θεϊκό τρόπο, με θεία πρόνοια 2. έξοχα, λαμπρά (α. «μίλησε θεία» β. «θείως εἰρῆσθαι», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θε-
    4 KB (351 words) - 12:20, 14 January 2019
  • δμῶες ἀκόλαστον ἔχουσιν ἦθος Critias B 6.13, cf. Hp.Ep.12, A.R.1.261, δμωῶν ἔξοχα πιστότατε SEG 36.367 (Esparta III d.C.), sobre el trato y aspecto χεῖμα μὲν
    10 KB (1,103 words) - 14:33, 2 October 2019
  • (διακρίνω) ἐξόχως, πρὸ πάντων, Λατ. eximie, διακριδὸν εἶναι ἄριστος, ὡς τὸ ἔξοχα, Ἰλ. Μ. 103., Ο. 108· ἀρίστους δ. Ἡρόδ. 4. 53· δ. ἠσκημένη κόμη Λουκ. Ἔρωσ
    6 KB (431 words) - 21:00, 9 January 2019
  •    1 shine out ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει νυκτὶ μεγάνορος ἔξοχα πλούτου (O. 1.2) 1 brillar extraordinariamente, de donde destacarse ἴχνια
    8 KB (712 words) - 21:00, 9 January 2019
  • (O. 7.48) med., ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει νυκτὶ μεγάνορος ἔξοχα πλούτου (O. 1.1) χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός (Pae
    17 KB (1,696 words) - 14:00, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)