Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἔργον" on this wiki. See also the other search results found.

  • μόνον ἐστὶν ἔργον ἀγαθοῦ πολίτου Plat. Gorg. 517 c; οὐκέτι ἐμὸν ἔργον εἶναι Prot. 335 b; σὸν ἔργον ἀναπληρῶσαι Conv. 188 e; οὐ γὰρ θερμότητος ἔργον ψύχειν,
    88 KB (9,177 words) - 13:40, 3 October 2019
  • το βλ. έργο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    53 bytes (12 words) - 07:13, 29 September 2017
  • φρ. α) «ἔργον (ἐστί)» — δύσκολα είναι δυνατό να συμβεί ώστε... («ἔργον ἅμα πάντας ὀργισθῆναι καὶ ἁμαρτεῑν», Αριστοτ.) β) «γίγνομαι» ή «εἰμί ἔργον τινός»
    21 KB (1,123 words) - 12:24, 15 February 2019
  • ἐκτελῶ) 1. φέρω εντελώς εις πέρας, κατορθώνω, πραγματοποιώ(«ἐκτελέσας μέγα ἔργον», Οδ. γ) 2. παίζω, αποδίδω μουσικό κομμάτι νεοελλ. 1. θανατώνω κάποιον καταδικασμένο
    1 KB (84 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ου (τό) : instrument de travail, outil. Étymologie: ἔργον. ἐργᾰλεῖον: Ιων. -ήϊον, τό (ἔργον), εργαλείο, όργανο, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ. ἐργᾰλεῖον:
    2 KB (106 words) - 22:30, 9 January 2019
  • subs. P. and V. ἔργον, τό, πρᾶγμα, τό. Event: P. and V. συμφορά, ἡ, Ar. and P. συντυχία, ἡ. Truth: P. and V. ἀλήθεια, ἡ, τἀληθές. As a matter of fact (as
    1 KB (143 words) - 09:40, 21 July 2017
  • and V. ἔργον, τό. toil, labour: P. and V. πόνος, ὁ, Ar. and V. μόχθος, ὁ, V. μοχθήματα, τά, ἆθλος, ὁ, κάματος, ὁ. thing made: P. and V. ἔργον, τό, V.
    4 KB (463 words) - 10:35, 13 September 2019
  • subs. Affair, work: P. and V. πρᾶγμα, τό, ἔργον, τό, πρᾶξις, ἡ, Ar. and V. πρᾶγος, τό, V. ἔργμα, τό. Occupation: P. ἐργασία, ἡ, πραγματεία, ἡ, ασχολία
    2 KB (198 words) - 09:24, 21 July 2017
  • power, loudness, etc., ἄνεμος, ἰαχή, ὀρυμαγδός; in unfavorable sense, μέγα ἔργον (facinus), so μέγα ἔπος, μέγα φρονεῖν, εἰπεῖν, ‘be proud,’ ‘boast,’ Od. 3
    884 bytes (81 words) - 23:52, 31 December 2018
  • subs. P. and V. πρᾶγμα, τό, πρᾶξις, ἡ, ἔργον, τό, Ar. and V. πρᾶγος, τό, V. ἔργμα, τό. Legislative act: P. and V. ψήφισμα, τό, ψῆφος, ἡ. Catchy in the
    985 bytes (106 words) - 09:18, 21 July 2017
  • χρή. One's duty towards the gods: P. and V. τὸ εὐσεβές. Task: P. and V. ἔργον, τό, V. χρέος, τό, τέλος, τό; see task. Allotted task: P. τάξις, ἡ. His hand
    1 KB (175 words) - 11:03, 7 August 2017
  • σατραπεία, ἡ. In Roman sense: P. ἐπαρχία, ἡ (late). Function: P. and V. ἔργον, τό, τάξις, ἡ. Part, division: P. and V. μέρος, τό. Provinces, country, as
    469 bytes (56 words) - 09:49, 21 July 2017
  • Vesp. 619). Petty office: Ar. and P. ἀρχίδιον, τό. Work, duty: P. and V. ἔργον, τό, V. χρέος, τό, τέλος, τό, P. τάξις, ἡ. Menial offices: P. δουλικὰ διακονήματα
    2 KB (171 words) - 11:57, 7 August 2017
  • και τών διατάξεων της Εκκλησίας μσν. 1. παρανομία, αδίκημα 2. φρ. «εἶναι ἔργον τῶν ἐμῶν ἁμαρτημάτων να...», είναι άδικο, είναι κρίμα να... αρχ. 1. σφάλμα
    766 bytes (59 words) - 06:21, 29 September 2017
  • επωφελής, χρήσιμος (α. «η άθληση είναι ωφέλιμη για το σώμα» β. «τὸ καλὸν ἔργον ἀγαθόν τε καὶ ὠφέλιμον», Πλάτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το ωφέλιμο- ωφέλεια, χρησιμότητα
    1 KB (113 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ἀξίωμα, τό. appointment office: P. and V. τάξις, ἡ. duty, task: P. and V. ἔργον, τό. P. τάξις, ἡ. it is your place to: P. and V. σόν ἐστι (infin.), προσήκει
    3 KB (311 words) - 10:55, 18 September 2019
  • [Seite 1132] od. τοὖργον, att. zsgzgn statt τὸ ἔργον. crase p. τὸ ἔργον. Α κράση αντί τὸ ἔργον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    282 bytes (27 words) - 12:50, 14 January 2019
  • virtue, power (of drugs, etc.): V. δύνασις, ἡ, ἰσχύς, ἡ. battle: P. and V. ἔργον, τό. put ships out of action: P. ναῦς ἄπλους ποιεῖν (Thuc. 7, 34). some seven
    891 bytes (115 words) - 10:34, 24 August 2019
  • ἔην, τετέλεστο δὲ ἔργον 'no sooner said than done', Il.19.242; ἅ. ἔπος τε καὶ ἔργον ἐμήδετο h.Merc.46; ταῦτα εἶπε καὶ ἅ. ἔπος τε καὶ ἔργον ἐποίεε Hdt.3.134
    38 KB (3,988 words) - 13:00, 3 October 2019
  • -οργός, ὄργια, ἔοργα (ἔρξαι, ἔρδω), ἔργον; whether directly from verb or through -οργός, ἔργον, is unclear. Cf. ἔργον u. ἔρδω. ὄργᾰνον, ου, τό, [*ἔργω
    19 KB (1,525 words) - 15:30, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)