Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕκαστος" on this wiki. See also the other search results found.

  • (114))): ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος, σκορπισθῆτε ἕκαστος, ἐπορεύοντο πάντες ..., ἕκαστος ..., εἷς ἕκαστος, ὑμεῖς οἱ καθ' ἕνα ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἀγαπάτω
    44 KB (4,687 words) - 10:25, 20 January 2019
  • adj. P. and V. ἕκαστος. each of two: Ar. and P. ἑκάτερος. each one: P. and V. πᾶς τις. from each of two sides: P. ἑκατέρωθεν. in each of two directions:
    577 bytes (70 words) - 12:17, 18 August 2019
  • εμφαντικότερο επιμερισμό («εἷς ἕκαστος») 2. φρ. α) (με την πρόθεση παρά) «πάρ' ἕκαστον» — σε κάθε περίπτωση β) (με το ως) «ὡς ἕκαστος» — ο κάθε ένας από μόνος
    2 KB (160 words) - 20:44, 22 December 2018
  • adj. P. and V. πᾶς, ἕκαστος. At every tenth battlement were large towers: P. διὰ δέκα ἐπάλξεων πύργοι ἦσαν μεγάλοι (Thuc. 3, 21). Twice every year: P.
    1,017 bytes (108 words) - 09:38, 21 July 2017
  • Σοφ.) 2. επιθυμία, πόθος («ἑτέροις ἑτέρων ἔρως ὑπέκνισε φρένας τῶν δ' ἕκαστος ὀρούει, τυχών κεν ἁρπαλέαν σχέθοι φροντίδα τὰν πὰρ ποδός», Πίνδ.) 3. σκέψη
    2 KB (195 words) - 12:41, 29 September 2017
  • Each with a dagger concealed about his person: P. μετὰ ξιφιδίου ἀφανοῦς ἕκαστος (Thuc. 8, 69). Look up concealed on Perseus | Wiktionary | Wikipedia |
    314 bytes (36 words) - 09:25, 21 July 2017
  • (Aesch., Frag.). By relationship each was nearer to each than I: P. γένει ἕκαστος ἑκάστῳ μᾶλλον οἰκεῖος ἦν ἐμοῦ (Dem. 321). prep. P. and V. ἐγγύς (gen. or
    3 KB (310 words) - 11:01, 7 August 2017
  • εντολή, κληροδοτώ («τοῑσιν θεοὶ ὄλβια δοῑεν ζωέμεναι, και παισὶν ἐπιτρέψειεν ἕκαστος κτήματ’ ἐνὶ μεγάροισι», Ομ. Οδ.) 4. παραδίνω τον γιο μου για εκπαίδευση
    3 KB (259 words) - 12:25, 15 February 2019
  • τὰ ἕνα μαθ. η μονάδα, οι μονάδες 6. φρ. α) «οὐδὲ εἷς» — κανένας β) «εἷς ἕκαστος» — καθένας χωριστά γ) «καθ' ἓν ἕκαστον» — ένα προς ένα δ) «ἕν ἀνθ' ἑνός»
    7 KB (563 words) - 12:20, 15 February 2019
  • θεραπευτική αγωγή με μαλάξεις 6. κυβερνώ, διοικώ («τὴν οἰκίαν ῥυθμιζέτω ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ», Ιωάνν. Χρυσ.) 7. μέσ. ῥυθμίζομαι τακτοποιώ, διευθετώ. Αναζήτηση
    2 KB (187 words) - 13:00, 15 February 2019
  • εφορμώ, επιπίπτω, επιτίθεμαι 2. κινώ 3. παλεύω εναντίον κάποιου («τῶν δ' ἕκαστος ὀρούει», Πίνδ.) 4. είμαι έτοιμος ή πρόθυμος να πράξω κάτι 5. εγείρομαι,
    869 bytes (67 words) - 12:11, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. ἰδιώτης, ὁ. each (as opposed to all): P. and V. ἕκαστος. adj. private: P. and V. ἴδιος, οἰκεῖος. Look up individual on Perseus | Wiktionary
    314 bytes (35 words) - 12:16, 18 August 2019
  • περπατώντας («ἦ ἔλπεσθ', ἤν νῆας ἕλῃ... Ἕκτωρ, ἐμβαδόν ἵξεσθαι ἥ ν πατρίδα γαῑαν ἕκαστος» — αλήθεια πιστεύετε, αν καταλάβει τα πλοία ο Έκτωρ... ότι θα πάει με τα
    887 bytes (77 words) - 12:51, 8 January 2019
  • ἑκατέρωθεν, ἕκαστος, ἄρκευθος, ἀνά, ἀπό, διά, ἀρκευθίς
    146 bytes (7 words) - 06:53, 22 August 2017
  • που περιέρχεται και επιβλέπει τους φρουρούς, περίπολος («τῶν δ' ἐφόδων ἕκαστος... πρὸς τὸν χιλίαρχον ἀναφέρει τὸ σύνθημα», Ξεν.) 2. πάπ. επόπτης, επιθεωρητής
    4 KB (250 words) - 12:25, 8 January 2019
  • ἑκάστοτε HDT partout où (il arriverait), en toute occasion. Étymologie: ἕκαστος, ὅτε. • Alolema(s): hεκ- IG 13.101.53 (V a.C.) adv. cada vez, en cada
    4 KB (438 words) - 21:50, 9 January 2019
  • ἕκαστος, διηρθρωμένως, διακριδόν, ἀνηπλωμένως, ἀκριβής
    139 bytes (5 words) - 07:01, 22 August 2017
  • 1373, etc.; ᾗ (Dor. ᾇ) τάχος Pi.O.6.23, Theoc.14.68: also ὡς τάχεος εἶχε ἕκαστος Hdt. 8.107, cf. Th.2.90; ὡς εἶχον τάχους Id.7.2; πῶς πρὸς ἄλληλα τάχους
    14 KB (1,299 words) - 13:10, 9 January 2019
  • πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῑα», Ομ. Οδ.) 4. υποθέτω, φαντάζομαι («οἴσκεν ἕκαστος ἀνήρ», Ομ. Οδ.) 5. λέγω, ομιλώ («ἴσκον τοιάδε πολλά», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ.
    2 KB (139 words) - 12:13, 8 January 2019
  • οὐδὲ εἷς, μηδὲ εἷς, ἴδε τὰς λέξ. οὐδείς, μηδείς. ε) εἷς ἕκαστος, ἕκαστος καθ’ ἑαυτόν, ἕκαστος χωριστά, Λατ. unus quisque, Ἡρόδ. 1. 123, Πλάτ. Πρωτ. 332C
    69 KB (7,708 words) - 01:45, 3 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)