Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕλη" on this wiki. See also the other search results found.

  • 772 (Sch.Rav.), Eust.667.22, 1573.45. ἕλη, ἕληαι,    A v. αἱρέω. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἕλη: ἡ, = εἵλη, ἀλέα Εὐστ. 667. 22., 1573
    707 bytes (37 words) - 12:05, 21 August 2017
  • ἕλη και εἵλη, η (AM) θερμότητα του ήλιου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    101 bytes (17 words) - 07:07, 29 September 2017
  • XIV, 639 f; Arist. probl. 25, 2 vrbdt ὅσοι ποταμοὶ λιμνάζουσιν εἰς ἕλη ἢ ὅσα ἕλη λιμνάζονται; – vom Blute, stagniren, Arist. H. A. 3, 3. – Auch trans
    6 KB (458 words) - 17:50, 4 July 2020
  • 474; sp. D., wie Ap. Rh. 4, 976; Nonn. D. 1, 112. Auch Her. u. Thuc., τὰ ἕλη, von den Niederungen Aegyptens. ἕλος: -εος, τό, τόπος χαμηλὸς πλησίον ποταμῶν
    9 KB (975 words) - 17:04, 8 July 2020
  • information: f. Meaning: warmth, heat of the sun (Ar. Ve. 772 [v. l. ἕλη], Luc.), Other forms: (εἴλη, ἕλη), βέλα (=Ϝέλα) ἥλιος, καὶ αὑγή, ὑπὸ Λακώνων H. (idem to ἔλα);
    8 KB (780 words) - 23:00, 7 July 2020
  • [Seite 797] ἡ, = εἵλη, Sp.
    111 bytes (5 words) - 18:44, 2 August 2017
  • v. Ἐλέα.
    33 bytes (2 words) - 12:29, 21 August 2017
  • κ. -ξεραίνω (AM ἀποξηραίνω) 1. ξεραίνω κάτι εντελώς 2. (για λίμνες, έλη κ.λπ.) αποστραγγίζω μσν.- νεοελλ. αφήνω κάτι εντελώς ξερό, χωρίς ζωή αρχ. αφανίζω
    387 bytes (34 words) - 06:57, 29 September 2017
  • θερμ οῦ ὕδατος, Ken. Hell. 3, 2, 18; auch = Sumpf, Her. 1, 191 u. A.; καθ' ἕλη καὶ λίμνας καὶ ποταμούς vrbdt Plat. Critia. 114 e; auch ein künstlich gegrabenes
    13 KB (1,139 words) - 09:05, 8 July 2020
  • dat. δυσδιέξοδους οὔσας μεγάλοις καὶ βαρέσι στρατοπέδοις D.S.5.34, sin rég. ἕλη D.C.60.20.6, τὸ λάσιον Hld.2.19.3 •subst. τὸ δ. dificultad para ser atravesado
    2 KB (165 words) - 14:25, 7 July 2020
  • χώραν, wegziehen, von den Zugvögeln, μεταβάλλουσι γὰρ ἐκ τῶν Σκυθικῶν εἰς τὰ ἕλη τῆς Αἰγύπτου, Arist. H. A. 8, 12 u. A.; von den Ueberläufern, oft Plut.; –
    32 KB (2,847 words) - 09:35, 8 July 2020
  • -ες (AM ἑλώδης, -ες) 1. ο γεμάτος έλη 2. αυτός που προκαλείται από το έλος («ελώδης πυρετός») νεοελλ. 1. ελόβιος 2. το θηλ. ως ουσ. η ελώδης γένος κολεόπτερων
    592 bytes (52 words) - 11:20, 14 January 2019
  • Strab. XIII, 631; vgl. D. Sic. 1, 30. 14, 22 u. a. Sp. So auch das pass., ἕλη παρεκτεί. νεται τοῖς χείλεσι τοῦ ποταμοῦ, D. Sic. 3, 9; Plut. Arist. 11.
    8 KB (700 words) - 14:17, 7 July 2020
  • dub. sens. in Lys.Fr.28. (Expld. either fr.    A ἐλεός 1 or as, = οἱ τὰ ἕλη κόπτοντες.) Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ου, ὁ sent.
    689 bytes (45 words) - 12:04, 21 August 2017
  • sp. Ep.; dor. ἅλιος u. als nom. pr. (w. m. s.), auch Ἀέλιος (verwandt mit ἕλη, aber auch mit ἠώς), die Sonne, Hom. u. Folgde überall. Vom Aufgehen der Sonne
    37 KB (3,712 words) - 17:05, 8 July 2020
  • Ἱστ. 8. 10. 5· τὰ ἑλ. ὁ αὐτ. Προβλ. 1. 18, κ. ἀλλ. ΙΙ. ὁ συχνάζων εἰς τὰ ἕλη, περὶ τοῦ ἐλέφαντος, ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 2. 16. 3. -ες • Morfología: [gen
    4 KB (471 words) - 15:39, 1 July 2020
  • lacon. ἥλιος καὶ αὐγή Hsch., cf. γέλαν. • Etimología: De Ϝελᾱ, v. εἵλη, ἕλη. ἥλιος καὶ αὐγή Etymology: S. 1. εἵλη βέλα: {béla} Meaning: ἥλιος καὶ
    890 bytes (55 words) - 21:55, 7 July 2020
  • H.Comp.15.12. III sobre διά ‘al otro lado’ verter, trasegar en v. pas. τὰ ἕλη τὰ ἐκ τοῦ Ῥήνου διαχεόμενα Str.7.1.5, del vino, Str.17.1.14. B intr. en v
    22 KB (2,041 words) - 23:00, 7 July 2020
  • projecting panels, LXX 3 Ki.7.16(29).    b of the sun, shine out, appear, ἢν ἐξέχῃ ἕλη κατ' ὄρθρον Ar.V.771; ἔξεχ', ὦ φίλ' ἥλιε shine out, fair sun, Id.Fr.389; πρὶν
    6 KB (530 words) - 16:00, 8 July 2020
  • ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 455. 2) φ. ὁ ἐπὶ τῶν τελμάτων, φυτόν τι φυόμενον εἰς ἕλη, Lemna minor, Διοσκ. 4. 88. ΙΙ. πρᾶγμα ὅμοιον τὸ σχῆμα πρὸς ὠμὸν φακόν: 1)
    14 KB (1,155 words) - 14:42, 1 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)