Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕλκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • περισσᾶς ἐνέπαξαν ἕλκος ὀδυναρὸν ἑᾷ πρόσθε καρδίᾳ (P. 2.91) -εος, τό • Morfología: [gen. contr. -ους] 1 herida, llaga, úlcera a) gener. ἕλκος δ' ἰητὴρ ἐπιμάσσεται
    14 KB (1,414 words) - 13:30, 3 October 2019
  • κατάκλιση 4. «συφιλικό έλκος» ή «σκληρό έλκος» — μεταδοτικό έλκος που οφείλεται στην ωχρά σπειροχαίτη 5. «μαλακό έλκος» — μεταδοτικό έλκος που αναπτύσσεται συνήθως
    2 KB (148 words) - 06:29, 29 September 2017
  • subs. P. and V. τραῦμα, τό, ἕλκος, τό (Plat., Alci. I. 115B). Met. P. and V. τραῦμα, τό, V. ἕλκος, τό. Distress: P. and V. λύπη, ἡ, ἀνία, ἡ; see distress
    1 KB (149 words) - 11:36, 7 August 2017
  • επιφέρει οδύνη, ο επώδυνος (α. «οδυνηρός χωρισμός» β. «περισσᾱς ἐνέπαξαν ἕλκος ὀδυναρον ἑᾷ πρόσθε καρδίᾳ», Πίνδ.) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο οδυνηρός (εντομ
    1 KB (104 words) - 11:10, 14 January 2019
  • subs. Ar. and P. φλύκταινα, ἡ, P. and V. ἕλκος, τό. v. trans. P. and V. ἕψειν (Eur., Cycl. 404), Ar. ἀναβράσσειν. Boil (a kettle): V. ἐπιζεῖν (Eur., Cycl
    542 bytes (61 words) - 09:23, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ἕλκος, τό. Open old sores, v.: P. ἑλκοποιεῖν. adj. Causing pain: Ar. and P. ὀδυνηρός, V. διώδυνος. Distressing: P. and V. λυπηρός, ἀνιαρός
    714 bytes (74 words) - 10:03, 21 July 2017
  • ἡ; see crowd. Social gathering: Ar. and P. συνουσία, ἡ. Sore: P. and V. ἕλκος, τό. Look up gathering on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    550 bytes (56 words) - 09:42, 21 July 2017
  • δυσπέτημα, δυσπραγία, δυσπράγημα, δυσδαιμονία, δυσπραξία, ἀθλιότης, ἀκληρία, ἕλκος, δυστηνία, δυσκληρία, δειλαιότης, δυστύχημα, δυστυχία, ἀωρία, δάκρυμα, δυσποτμία
    581 bytes (26 words) - 07:01, 22 August 2017
  • διακοπή, διάκομμα, ἀγή, ἔνουλον, ἕλκανον, ἕλκωμα, ἕλκος, διαίρεσις, βολή, βλῆμα, ἔγκαυμα, αὖλαξ, ἕλκωσις
    261 bytes (13 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ἕδρα, ἔναυσμα, ἐναπομάσσω, ἔνδειγμα, ἔνδειξις, δήλωσις, ἕλκος, ἐντύπωσις, διαγνώρισμα, δεῖγμα, γλῶσσα, γνώρισμα, γνώμων, ἀμυχή, ἔμφασις, ἕλκυσμα, ἀρραβών
    415 bytes (19 words) - 06:46, 22 August 2017
  • subs. P. and V. ἕλκος, τό. Look up ulcer on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    135 bytes (18 words) - 10:07, 21 July 2017
  • [Seite 799] τό, die Wunde; ἕλκος δ' ἰητὴρ ἐπιμάσσεται Il. 4, 190; ἕλκος ὕδρου, die von der Schlange herrührende Wunde, 2, 723; Folgde; ὑποκάρδιον, Wunde
    3 KB (227 words) - 07:07, 29 September 2017
  • gentle, soothe, calm, πνοιὰς… πρηΰνει Hes.Th.254; π. τινά h.Merc.417; π. ἕλκος soothe a raging sore, S.Ph.650; π. τινὰ λόγοις A.Pers.837; π. τινὰς πρὸς
    9 KB (755 words) - 12:10, 26 February 2019
  • Dor. ὀδῠν-ᾱρός, ά, όν,    A painful, ἕλκος Pi.P.2.91, cf. Ar.Ach.231 ; -ότατα πάθη Pl.Grg.525c ; -ότατον τραῦμα Jul.Gal.160d. Adv. -ρῶς Arist.HA609b25 :
    5 KB (338 words) - 11:20, 14 January 2019
  • opp. δεδορκότες, the dead, Id.Eu.322; of eyes, S.OC149, 244, E.Ph.1531; ἕλκος ἀ. blinding wound, i. e. blindness, S.Ant.974; ἐπ ὀφθαλμῶν ἀ. νέφος A.R.2
    11 KB (981 words) - 13:41, 2 October 2019
  • Ι. μεταβ. θεραπεύω, μετ’ αἰτ. τοῦ θεραπευομένου πράγματος, ἕλκος ἄκεσσαι, θεράπευσον τὸ ἕλκος, Ἰλ. Π. 523· ἕλκε’ ἀκειόμενοι, Π. 29· ψώρην ἀκέσασθαι, Ἡρόδ
    18 KB (1,610 words) - 12:35, 9 January 2019
  • (ὠμός, ἀλθαίνω) ἕλκος ὠ. a wound    A scarred over too soon, without healing properly, Hsch. ὠμαλθής: -ές, (ὠμός, ἄλθω)· ― ἕλκος ὠμ., ἕλκος ἐπουλωθὲν ταχύτερον
    1 KB (64 words) - 06:30, 29 September 2017
  • το (AM ἐξάνθημα) εξανθώ δερματική αλλοίωση, μικρό ερυθρηματώδες έλκος, πληγή αρχ.-μσν. άνθος («ἀκάνθης λευκὸν ἐξάνθημα», Ευστ.) αρχ. μτφ. τα πάθη («χρηστῆς
    454 bytes (35 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ἐντομή, ἔκτριμμα, ἕλκωμα, ἕλκος, βόθρος, ἁφή
    123 bytes (6 words) - 06:53, 22 August 2017
  • [ῑ], Ion. ἀν-ίητος, ον,    A incurable, Hp.Aph.7.87; ἕλκος, τραῦμα, Pl.Lg.877a, 878c: also in moral sense, πράγματα ib.660c; ἀ. καὶ ἀνήκεστα κακά Aeschin
    7 KB (599 words) - 16:10, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)