Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Aegyptens. ἕλος: -εος, τό, τόπος χαμηλὸς πλησίον ποταμῶν, λειμὼν βαλτώδης, ἵπποι ἕλος κάτα βουκολέοντο Ἰλ. Υ. 221˙ καθόλου, «βάλτος», ἂν δόνακας καὶ ἕλος Ὀδ.
    9 KB (972 words) - 17:04, 8 July 2020
  • το (AM ἕλος, Α και ἕλεος) 1. έκταση που καλύπτεται μόνιμα από λιμνάζοντα νερά 2. βαλτώδης τόπος, βαλτολίβαδο αρχ.-μσν. σύμφυτος τόπος, δάσος. [ΕΤΥΜΟΛ.
    781 bytes (69 words) - 07:07, 29 September 2017
  • P. and V. λίμνη, ἡ, P. ἕλος, τό, Ar. and P. τέλμα, τό. of a marsh, adj.: P. and V. ἕλειος, Ar. λιμναῖος. ⇢ Look up "marsh" on Perseus Dictionaries |
    370 bytes (40 words) - 08:59, 20 May 2020
  • Ἓλος: εος τό Гелос, «Болото» 1) город в Лаконии Hom., Thuc., Xen.; 2) город в Элиде Hom.
    209 bytes (17 words) - 14:12, 31 December 2018
  • οφείλει τη σχεδόν τέλεια ισοπέδωσή της σε διαδοχικές πλημμύρες, αλλ. αλμυρό έλος ή αλατούχο πεδίο ή άνυδρη λίμνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. playa < ισπ. playa «παραλία»
    811 bytes (57 words) - 12:04, 29 September 2017
  • 1, Luc.DDeor.3:—Med., βουκολεῖσθαι αἶγας Eup.18:—Pass., of cattle, graze, ἕλος κάτα βουκολέοντο, of horses, Il.20.221, cf.Ar.Pax153: metaph. of meteors
    13 KB (1,134 words) - 16:17, 1 July 2020
  • P. and V. λίμνη, ἡ, Ar. and P. τέλμα, τό, P. ἕλος, τό. P. and V. κατακλύζω, κατακλύζειν. when the sea swamps the boat effort is useless: P. ἐπειδὰν ἡ
    636 bytes (62 words) - 08:54, 20 May 2020
  • δρυμός, δεῖσα, ἑλώδης, ἕλος
    83 bytes (4 words) - 06:58, 22 August 2017
  • Gloss.3.317. Source: ἕλειος ἕλειος: -ον η -α, -ον (ἕλος)· 1. αυτός που προέρχεται από έλος, βάλτο ή λιβάδι· ἕλ. δάπεδον, η επιφάνεια των λιβαδιών,
    6 KB (628 words) - 17:05, 8 July 2020
  • bog: P. ἕλος, τό, Ar. and P. τέλμα, τό. skin of a serpent: V. χιτών, ὁ (Eur., Iphigenia in Tauris 288). ⇢ Look up "slough" on Perseus Dictionaries |
    324 bytes (38 words) - 08:59, 20 May 2020
  • -ες (AM ἑλώδης, -ες) 1. ο γεμάτος έλη 2. αυτός που προκαλείται από το έλος («ελώδης πυρετός») νεοελλ. 1. ελόβιος 2. το θηλ. ως ουσ. η ελώδης γένος κολεόπτερων
    592 bytes (52 words) - 11:20, 14 January 2019
  • ἡ,= ἕλος,    A marsh-lands, meadow, A.R.1.1266. [Seite 795] ίδος, ἡ, Sumpfgegend (ἕλος), Niederung, Ap. Rh. 1, 1266. ἑλεσπίς: -ίδος, ἡ, = ἕλος, τόπος
    954 bytes (67 words) - 16:40, 8 July 2020
  • ἕλος, ἀκτή, ἄνδηρον
    65 bytes (3 words) - 06:40, 22 August 2017
  • les marais ou les marécages. Étymologie: ἕλος, τρέφω. ἑλεόθρεπτος: -ον (ἕλος, τρέφω), αυτός που τρέφεται σε έλος, ελόβιος. ἑλεόθρεπτος: растущий на болоте
    1 KB (69 words) - 16:05, 1 July 2020
  • -ίδος, ἡ hilota ét. fem. de la ciu. laconia de Helos, St.Byz.s.u. Ἕλος. Source: Εἱλωτίς
    108 bytes (18 words) - 12:27, 21 August 2017
  • του φυτού ἄγρωστις, σε Θεόκρ. (πιθ. από τα ἕλος, τείνω), αυτός που εξαπλώνεται μέσω των βάλτων. εἱλιτενής: ἕλος тянущийся по болотам, по друг. ἑλίσσω вьющийся
    1 KB (99 words) - 21:35, 9 January 2019
  • P. and V. λίμνη, ἡ, P. ἕλος, τό. Ar. and P. τέλμα, τό. of the fen, adj.: P. and V. ἕλειος, Ar. λιμναῖος. ⇢ Look up "fen" on Perseus Dictionaries | Perseus
    370 bytes (40 words) - 08:59, 20 May 2020
  • P. ἕλος, τό, Ar. and P. τέλμα, τό, P. and V. λίμνη, ἡ. ⇢ Look up "bog" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    252 bytes (30 words) - 09:18, 20 May 2020
  • left by the sea or a river, Il.21.317: hence, marshy lake, mere, distd. from ἕλος, Pl. Criti.114e, Lg.824c; Βοιβηΐς λ. Il.2.711; Γυγαίη ib.865; Κηφισίς 5.709;
    13 KB (1,134 words) - 09:05, 8 July 2020
  • η διαδικασία απομάκρυνσης του νερού από ένα έλος ή μια λίμνη με κύριο σκοπό την απόδοση του εδάφους στην καλλιέργεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποξηραίνω. Η λ. μαρτυρείται
    451 bytes (40 words) - 06:40, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)