Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕπομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • lat. k (c ou q) cf. ἐπ- de ἔπος = lat. voc- de vocare. see ἕπω. ἕπομαι (ἕπομαι, -εται, -ονται; ἕπηται; ἕποιτο; ἑπέσθω; ἑπόμενοι: fut. ἕψεται, -ονται:
    31 KB (2,636 words) - 14:40, 2 October 2019
  • (AM ἕπομαι) 1. ακολουθώ άλλον, συνοδεύω (α. «ἡγήσατο, τοὶ δ’ ἅμ’ ἕποντο», Ομ. Οδ. β. «τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο Λοκρῶν», Ομ. Ιλ.) 2.
    5 KB (374 words) - 07:12, 29 September 2017
  • (AM ἑπομένως) επίρ. βλ. έπομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    96 bytes (14 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Adv. pres. part. of ἕπομαι,    A in a secondary manner, opp. πρώτως, Arist.Metaph.1030a22, cf. Plu.2.569e : opp. προηγουμένως, Hierocl.in CA3p.424M.    II
    2 KB (161 words) - 17:40, 10 January 2019
  • inf. ao.2 de ἕπομαι.
    57 bytes (5 words) - 19:57, 9 August 2017
  • - см. ἕπομαι. 1. Grammatical information: v. Meaning: care for, occupy onself (Il., Ion. hell.); in the epic sometimes confused with ἕπομαι or semantiscally
    8 KB (776 words) - 14:45, 2 October 2019
  • fut. de ἕπομαι. ἕψομαι: I fut. к ἕπομαι. II med.-pass. к ἕψω.
    200 bytes (13 words) - 14:10, 31 January 2019
  • χειλοϋπερωικό φθόγγο -kw-, που αντιπροσωπεύεται στην Ελληνική με -π- (πρβλ. sekwo- > ἕπομαι), αλλά σύμπλεγμα υπερωικού και χειλικού φθόγγου -kω, το οποίο έδωσε μεταξύ
    8 KB (569 words) - 12:25, 15 February 2019
  • ο τρίτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + ἑπόμενος, επιθετικοπ. μτχ. ενεστ. του ρ. ἕπομαι «ακολουθώ»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    359 bytes (28 words) - 07:36, 29 September 2017
  • fastened, i.e. to him clung, his shield; acc. to Aristarch., connected with ἕπομαι, shield and helmet followed after: ἑ- Aristarch., ἐ- most Mss.; possibly
    5 KB (469 words) - 14:40, 2 October 2019
  • Hsch. (but cf. ὀσταθείς Id.). (The relation to ἕπομαι, ὀπαδός, ὀπάων is uncertain.) [Seite 355] (ἕπομαι, vgl. ὀπάων, ὀπαδός), 1) folgen od. begleiten
    30 KB (2,764 words) - 15:26, 2 October 2019
  • -η, -ο (από τη μτχ. ενεστ. του έπομαι) αυτός που ακολουθεί, κατοπινός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    150 bytes (21 words) - 06:32, 29 September 2017
  • 2 of ἕπομαι. ἑσπόμην: ἀπαρ. σπέσθαι, ἀορ. β΄ τοῦ ἕπομαι. v. ἕπομαι. see ἕπω. ἑσπόμην: απαρ. ἑσπέσθαι, μτχ. ἑσπόμενος, αόρ. βʹ του ἕπομαι. ἑσπόμην:
    743 bytes (32 words) - 14:40, 31 December 2018
  • resolution, diligence ἐν θυμῷ πιέσαις χόλον οὐ φατὸν ὀξείᾳ μελέτᾳ (O. 6.37) ἕπομαι δὲ καὶ αὐτὸς ἔχων μελέταν (N. 6.54) Λάμπων δὲ μελέταν ἔργοις ὀπάζων Ἡσιόδου
    1 KB (99 words) - 23:52, 31 December 2018
  • deverbative or denominative from *ἄοσσος, to ἕπομαι, Lat. sequor as *sm̥-soqu̯-i̯os (cf. Lat. socius). S. ἕπομαι, ὀπάων and Myc. eqeta. ἄοζος to help, τινί
    3 KB (288 words) - 14:26, 2 October 2019
  • part. ao.2 de ἕπομαι.
    58 bytes (5 words) - 19:54, 9 August 2017
  • 2ᵉ sg. impér. prés. Moy. épq. de ἕπομαι suivre.
    89 bytes (9 words) - 19:56, 9 August 2017
  • ον, (ἕπομαι)    A v.l. for ἀέλπτοις in A.Ag.141 (Sch. Med. τοῖς ἕπεσθαι τοῖς γονεῦσι μὴ δυναμένοις).    II (ἔπος(, = ἄρρητος, v.l. for ἄαπτος, q.v. ἄεπτος:
    3 KB (240 words) - 13:30, 2 October 2019
  • ὀπάονι ῥιπῇ Opp. H.5.489 ; ὀ. Νύμφην IG14.1389i52. [Seite 356] ονος, ὁ (ἕπομαι, vgl. ὀπαδός), Geleiter, Gefährte, der hinterhergeht, bes. Waffengefährte
    8 KB (698 words) - 16:05, 2 October 2019
  • later Ep. form of ἕπομαι (q. v.). [Seite 1043] bei sp. Ep. praes. für ἕπομαι, w. m. s. ἕσπομαι: μεταγεν. Ἐπικ. τύπος τοῦ ἕπομαι, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1607
    1,002 bytes (77 words) - 19:28, 30 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)