Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἕρκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • φρ. α) «Κίσσιον ἕρκος» — τα Σούσα β) «γαίας ἕρκος» — η πόλη γ) «ἕρκος ἱερόν» — ο βωμός δ) «μέλαν ἕρκος ἅλμας» — η θάλασσα ε) «ἕρκος ὀδόντων» — ο φραγμός
    28 KB (2,619 words) - 14:50, 2 October 2019
  • φρ. α) «Κίσσιον ἕρκος» — τα Σούσα β) «γαίας ἕρκος» — η πόλη γ) «ἕρκος ἱερόν» — ο βωμός δ) «μέλαν ἕρκος ἅλμας» — η θάλασσα ε) «ἕρκος ὀδόντων» — ο φραγμός
    3 KB (254 words) - 07:13, 29 September 2017
  • δόντι, σε Όμηρ., Ησίοδ. κ.λπ.· ἕρκος ὀδόντων, βλ. ἕρκος I· πρίειν ὀδόντας, βλ. πρίω. ὀδούς: ὀδόντος, ион. ὀδών ὁ 1) зуб: ἕρκος ὀδόντων Hom. ограда из зубов
    18 KB (1,394 words) - 14:05, 3 October 2019
  • subs. Bulwark: P. and V. ἔρυμα, τό, ἔπαλξις, ἡ, V. ἕρκος, τό. Used concretely of a person: V. ἔρεισμα, τό, πύργος, ὁ. Defence against: P. and V. πρόβλημα
    2 KB (167 words) - 09:26, 21 July 2017
  • and V. καταφεύγειν. defence, bulwark: P. and V. ἔρυμα, τό, ἔπαλξις, ἡ, V. ἕρκος, τό. used concretely of a person: V. ἔρεισμα, τό, πύργος, ὁ. protection against:
    1 KB (148 words) - 06:16, 29 September 2019
  • herumtreiben; aus Hom. rechnet man als Tmesis hierher περὶ δ' ἕρκος ἔλασσε, Il. 18, 564, u. pass. περὶ δ' ἕρκος ἐλήλαται, Od. 7, 113, einen Zaun herumziehen; τὰς κύλικας
    11 KB (943 words) - 14:15, 9 January 2019
  • subs. P. and V. ἕρκος, τό (Plat.). v. trans. P. and V. φράσσειν, P. ἐμφράσσειν; see surround. Hedge onesolf round: P. περιφράσσειν ἑαυτόν. Guard: P. and
    485 bytes (55 words) - 09:43, 21 July 2017
  • ἑρκάνη, ἕρκος, Umhägung, Umzäunung; ὁρκάνα πυργῶτις, Aesch. Spt. 328; εἰς σκοτεινὰς ὁρκάνας πεσούμενος, Eur. Bacch. 611. ὁρκάνη: ἡ, = ἑρκάνη, ἕρκος (ἐκ τοῦ
    3 KB (208 words) - 04:40, 10 January 2019
  • ον. πολιορκος (< πόλις + -ορκος, από την ετεροιωμένη βαθμίδα -ορκ- της λ. ἕρκος «φραγμός», πρβλ. ορκάνη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (114 words) - 12:05, 29 September 2017
  • subs. P. and V. ἔρυμα, τό, ἔπαλξις, ἡ, τεῖχος, τό, V. ἕρκος, τό. Met., of a person: V. ἔρεισμα, τό, πύργος, ὁ; see defence. Bulwark against: P. and V.
    659 bytes (76 words) - 09:24, 21 July 2017
  • beside it λέκος as ἄγγος; λέκος: λεκάνη like στέφος : στεφάνη, ἕρκος : ἑρκάνη (late; s. on ἕρκος). - Connections outside Greek are uncertain; usually λέκος
    11 KB (876 words) - 15:15, 2 October 2019
  • subs. P. and V. ἕρκος, τό (Plat.), V. περιβολή, ἡ. Stockade: P. σταύρωμα, τό, χαράκωμα, τό. Sit on the fence—met., be a trimmer: P. ἐπαμφοτερίζειν. v.
    872 bytes (82 words) - 11:48, 7 August 2017
  • πόλις, ἕρκος. πολῐορκέω: μέλ. -ήσω — Παθ., Μέσ. μέλ. -ήσομαι (με Παθ. σημασία), αόρ. αʹ ἐπολιορκήθην, παρακ. πεπολιόρκημαι· (πόλις, εἴργω, ἕρκος)· 1. περικυκλώνω
    8 KB (650 words) - 05:45, 10 January 2019
  • Διὸς Ὅ., as servant of Zeus, S.OC1767 (anap.). (Cogn. with ἕρκος.) [Seite 379] ὁ (eigtl. = ἕρκος, also die Schranke, durch die man gehalten ist, Etwas zu
    35 KB (3,526 words) - 14:10, 3 October 2019
  • δηλώσει, συγχρόνως, την έκπληξη ή την οργή) τί λογής (α. ποῑόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων», Ομ. Ιλ. β. «σὸν πατέρα διδάξω ποῑα χρὴ λέγειν», Αισχύλ.) 2. (συν
    5 KB (408 words) - 12:19, 29 September 2017
  • de la maison et dont l’autel était placé dans la cour. Étymologie: ἕρκος. (ἕρκος): of the enclosure, of the court (αὐλή), epith. of Zeus as household
    8 KB (668 words) - 14:50, 9 January 2019
  • τὸ ἔ. τοῦ τείχεος the defence given by it, Hdt.7.223,225 ; περιβαλέσθαι ἕρκος, ἔ. τῶν νεῶν Id.9.96, cf. Th.8.40 ; ἔ. Τρώων the wall of Troy, S.Aj.467 ;
    9 KB (749 words) - 17:50, 10 January 2019
  • subs. P. and V. ἕρκος, τό (Plat.), P. σταύρωμα, τό, χαράκωμα, τό. Look up stockade on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    202 bytes (29 words) - 10:04, 21 July 2017
  • κατέβαινεν εις το κενόν, σφίγγων τους οδόντας», Παπαδ. β. «ποῑόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων», Ομ. Ιλ.) 2. κυλινδροειδής απόφυση του δεύτερου αυχενικού σπονδύλου
    9 KB (553 words) - 12:05, 29 September 2017
  • ής, ές : bien clos, bien fortifié, bien défendu. Étymologie: εὖ, ἕρκος. ές (ἕρκος): well-fenced, well-enclosed; αὐλή, Il. 9.472; θύραι, ‘well hung,’
    5 KB (410 words) - 14:30, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)