Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠίθεος" on this wiki. See also the other search results found.

  • <Thess.>); κόρη ᾔθεος Eup.332.    III metaph. as Adj., νοῦς Porph.Marc.33. (ἠιθ- shd. be read as ᾐθ- in Prose.) ἠίθεος: ῐ, Ἀττ. συνῃρ. ᾔθεος, ὁ, νεανίας
    7 KB (537 words) - 17:05, 8 July 2020
  • for ἠίθεος (q.v.). ᾔθεος: ὁ, ἡ, Ἀττ. ἀντὶ ἠΐθεος, ὅ ἴδε. contract. de ἠΐθεος. ᾔθεος: ὁ, ἡ, Αττ. αντί ἠίθεος. ᾔθεος: стяж. к ἠΐθεος. ᾔθεος = an
    677 bytes (56 words) - 15:30, 4 July 2020
  • ἡ) ὁ ἠΐθεος, jeune homme non encore marié, jeune garçon ; par contr. ᾔθεος κόρη, jeune fille. Étymologie: cf. αἴθω. ἠΐθεος: I (ῐ), стяж. ᾖθεος, дор.
    5 KB (564 words) - 18:46, 8 July 2020
  • unmarried (of the man): P. and V. ἄγαμος, V. ἄζυξ. an unmarried youth: P. and V. ᾔθεος, ὁ (Plato). of the woman; P. and V. ἄνανδρος (Plato), V. ἄζυξ. unmarried
    1 KB (134 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ἠίθεος και συνηρ. τ. ήθεος, δωρ. φθεος, αιολ. ἠΐθεος, ό και σπαν. θηλ. ἠϊθέη (Α) 1. άγαμος, ανύπαντρος νέος, νέος που βρίσκεται σε ώρα γάμου, το παλικάρι
    3 KB (227 words) - 06:42, 29 September 2017
  • P. μειράκιον, τό, P. μειρακίσκος, ὁ; see lad. unmarried youth: P. and V. ᾔθεος, ὁ (Plato). ⇢ Look up "youth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    1 KB (145 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ᾔθεος, ὁ, ἡ (Α) αττ. συνηρ. τ. του ηΐθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    97 bytes (18 words) - 07:16, 29 September 2017
  • of a man: P. and V. ἄγαμος, ᾔθεος (Plato), V. ἄζυξ (Eur., Iphigenia in Aulis 805). of woman: P. and V. ἄνανδρος, V. ἄγαμος, ἄνυμφος, ἀνυμέναιος, ἄδμητος
    642 bytes (66 words) - 08:54, 20 May 2020
  • ἀίθεος δωρικός τύπος του ἠίθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    95 bytes (14 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Dor. for ἠΐθεος. ἀΐθεος: Δωρ. ἀντὶ τοῦ ἠΐθεος. v. ἠΐθεος. Source: ἀΐθεος ἀΐθεος: Δωρ. αντί ἠΐθεος. ἀΐθεος: (ᾱ) дор. Anth. = ἠΐθεος.
    547 bytes (21 words) - 08:53, 26 June 2020
  • Use adj., P. and V. ἄγαμος, ᾔθεος (Plato), V. ἄζυξ. ⇢ Look up "bachelor" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    223 bytes (27 words) - 09:19, 20 May 2020
  • lengthened prothesis is also not attrective (s. Čop KZ 74, 228; cf. on ἠΐθεος, but this is an archaic epic word). like ἀτρέμας,] 1. stilly, quietly
    13 KB (1,132 words) - 17:05, 8 July 2020
  • [Seite 1156] att. = ἠΐθεος, w. m. s. ᾔθεος, ὁ, ἡ (Α) αττ. συνηρ. τ. του ηΐθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    219 bytes (25 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ἅτε: (ᾰ) conj. [n pl. к ὅστε 1) (подобно тому) как, словно (ἅ. παρθένος ἠΐθεός τε Hom.; ἅ. ταῦρος Soph.); 2) как, в качестве (Κύπρις, ἅ. γένους προμάτωρ
    6 KB (602 words) - 15:32, 8 July 2020
  • ᾔθεος ⇢ Look up "unmarried youth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    44 bytes (19 words) - 12:30, 23 May 2020
  • αναγόταν στον ΙΕ τ. widhewā «χήρα» (πρβλ. αγγλ. widow, γερμ. Witwe), βλ. και λ. ηίθεος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    16 KB (1,578 words) - 21:10, 7 July 2020
  • ᾔθεος ⇢ Look up "an unmarried youth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    44 bytes (20 words) - 20:30, 22 May 2020
  • ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης τῷ ὀαριζέμεναι, ἅ τε παρθένος ἠίθεός τε, παρθένος ἠίθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιιν, es ist nicht Zeit, ein ruhiges und weitschweifiges
    30 KB (3,179 words) - 22:55, 7 July 2020
  • ἀλλήλοισι δὲ τώ γε συναντέσθην se encontraron los dos, Il.7.22, παρθένος ἠΐθεός τ' ὀαρίζετον ἀ. Il.22.128, ἥρμοσεν ἀ. ensambló unos con otros, Od.5.247
    19 KB (2,230 words) - 18:40, 8 July 2020
  • sich vertraulich unterhalten; τινί, mit Einem, vom Gespräche, παρθένος ἠΐθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιϊν, Il. 22, 127, vgl. 6, 516; μετά τινι, H. h. Merc
    4 KB (343 words) - 17:35, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)