Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠίθεος" on this wiki. See also the other search results found.

  • <Thess.>); κόρη ᾔθεος Eup.332.    III metaph. as Adj., νοῦς Porph.Marc.33. (ἠιθ- shd. be read as ᾐθ- in Prose.) ἠίθεος: ῐ, Ἀττ. συνῃρ. ᾔθεος, ὁ, νεανίας
    7 KB (537 words) - 23:00, 9 January 2019
  • Att. for ἠίθεος (q.v.). ᾔθεος: ὁ, ἡ, Ἀττ. ἀντὶ ἠΐθεος, ὅ ἴδε. contract. de ἠΐθεος. ᾔθεος: ὁ, ἡ, Αττ. αντί ἠίθεος. ᾔθεος: стяж. к ἠΐθεος.
    602 bytes (28 words) - 14:40, 4 January 2019
  • ἡ) ὁ ἠΐθεος, jeune homme non encore marié, jeune garçon ; par contr. ᾔθεος κόρη, jeune fille. Étymologie: cf. αἴθω. ἠΐθεος: I (ῐ), стяж. ᾖθεος, дор.
    5 KB (564 words) - 14:45, 2 October 2019
  • ἠίθεος και συνηρ. τ. ήθεος, δωρ. φθεος, αιολ. ἠΐθεος, ό και σπαν. θηλ. ἠϊθέη (Α) 1. άγαμος, ανύπαντρος νέος, νέος που βρίσκεται σε ώρα γάμου, το παλικάρι
    3 KB (227 words) - 06:42, 29 September 2017
  • Unmarried (of the man): P. and V. ἄγαμος, V. ἄζυξ. An unmarried youth: P. and V. ᾔθεος, ὁ (Plat.). Of the woman; P. and V. ἄνανδρος (Plat.), V. ἄζυξ. Unmarried
    1 KB (132 words) - 10:03, 21 July 2017
  • P. μειράκιον, τό, P. μειρακίσκος, ὁ; see lad. Unmarried youth: P. and V. ᾔθεος, ὁ (Plat.). Look up youth on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google |
    1 KB (142 words) - 11:01, 7 August 2017
  • ᾔθεος, ὁ, ἡ (Α) αττ. συνηρ. τ. του ηΐθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    97 bytes (18 words) - 07:16, 29 September 2017
  • adj. Of a man: P. and V. ἄγαμος, ᾔθεος (Plat.), V. ἄζυξ (Eur., I. A. 805). Of woman: P. and V. ἄνανδρος, V. ἄγαμος, ἄνυμφος, ἀνυμέναιος, ἄδμητος, ἄλεκτρος
    550 bytes (61 words) - 10:07, 21 July 2017
  • ἀίθεος δωρικός τύπος του ἠίθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    95 bytes (14 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Dor. for ἠΐθεος. ἀΐθεος: Δωρ. ἀντὶ τοῦ ἠΐθεος. v. ἠΐθεος. Source: ἀΐθεος ἀΐθεος: Δωρ. αντί ἠΐθεος. ἀΐθεος: (ᾱ) дор. Anth. = ἠΐθεος.
    562 bytes (21 words) - 15:32, 31 December 2018
  • subs. Use adj., P. and V. ἄγαμος, ᾔθεος (Plat.), V. ἄζυξ. Look up bachelor on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    182 bytes (23 words) - 09:23, 21 July 2017
  • lengthened prothesis is also not attrective (s. Čop KZ 74, 228; cf. on ἠΐθεος, but this is an archaic epic word). like ἀτρέμας,] 1. stilly, quietly
    13 KB (1,107 words) - 14:50, 2 October 2019
  • [Seite 1156] att. = ἠΐθεος, w. m. s. ᾔθεος, ὁ, ἡ (Α) αττ. συνηρ. τ. του ηΐθεος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    219 bytes (25 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ἅτε: (ᾰ) conj. [n pl. к ὅστε 1) (подобно тому) как, словно (ἅ. παρθένος ἠΐθεός τε Hom.; ἅ. ταῦρος Soph.); 2) как, в качестве (Κύπρις, ἅ. γένους προμάτωρ
    6 KB (602 words) - 20:05, 9 January 2019
  • αναγόταν στον ΙΕ τ. widhewā «χήρα» (πρβλ. αγγλ. widow, γερμ. Witwe), βλ. και λ. ηίθεος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    16 KB (1,554 words) - 14:45, 3 October 2019
  • ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης τῷ ὀαριζέμεναι, ἅ τε παρθένος ἠίθεός τε, παρθένος ἠίθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιιν, es ist nicht Zeit, ein ruhiges und weitschweifiges
    31 KB (3,179 words) - 14:35, 2 October 2019
  • ἀλλήλοισι δὲ τώ γε συναντέσθην se encontraron los dos, Il.7.22, παρθένος ἠΐθεός τ' ὀαρίζετον ἀ. Il.22.128, ἥρμοσεν ἀ. ensambló unos con otros, Od.5.247
    19 KB (2,200 words) - 21:50, 2 January 2019
  • sich vertraulich unterhalten; τινί, mit Einem, vom Gespräche, παρθένος ἠΐθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιϊν, Il. 22, 127, vgl. 6, 516; μετά τινι, H. h. Merc
    4 KB (343 words) - 04:20, 10 January 2019
  • Berol.2.57. [Seite 521] ἡ, 1) Jungfrau, Mädchen; Il. 2, 514; ἅτε παρθένος ἠΐθεός τε, 22, 127; Her. u. Tragg., ἕως τις ἀντὶ παρθένου γυνὴ κληθῇ, Soph. Trach
    29 KB (2,750 words) - 14:15, 3 October 2019
  • E.Heracl. 858. [Seite 1149] ὁ, = ἡβητήρ; κοῦροι ἡβηταί H. h. Merc. 56; ἠΐθεος Diod. ep. 9 (VII, 627); adj., jugendlich, νέων βραχιόνων ἔδειξεν ἡβητὴν
    2 KB (188 words) - 23:05, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)