Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠεροφοῖτις" on this wiki. See also the other search results found.

  •    II air-traversing, of the moon, Orph.H.9.2; μέλισσα Ps.Phoc.171. ἠεροφοῖτις: -ιδος, ἡ, (φοιτάω) ἡ διερχομένη διὰ τοῦ σκότους, ἐρχομένη ἀφανής, ἀόρατος
    3 KB (177 words) - 23:05, 9 January 2019
  •    A v.l. for ἠεροφοῖτις in Il.19.87; cf. ἔαρ (B). (εἰᾰροπῶτις) -ιδος bebedora de sangre Ἐρινύς Sch.Er.Il.19.87b, cf. ἰροπῶτις (prob. por ἠροπῶτις, cf
    670 bytes (36 words) - 12:00, 21 August 2017
  • ἠεροφοῑτις, -οίτιδος, ἡ (Α) 1. αυτή που περπατά στο σκοτάδι αθέατη («ἠεροφοῑτις Έρινύς», Ομ. Ιλ.) 2. (για τη σελήνη) αυτή που διαπερνά, που διασχίζει τον
    1 KB (75 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ον,    A wandering in air, Hsch. s.v. ἠεροφοῖτις.
    441 bytes (9 words) - 18:24, 7 February 2013
  • ἀεροφοῖτις: эп.-ион. ἠεροφοῖτις, ιδος adj. f блуждающая во мгле (Ἐρινύς Hom.).
    168 bytes (12 words) - 08:44, 31 December 2018
  • εἰαροπότης αἱμοπότης, ψυχοπότης H.; εἰαροπῶτις acc. to schol. T v. l. for ἠεροφοῖτις (Ἐρινύς) Τ 87 (Fraenkel Nom. ag. 1, 114 m. n. 1). Derivatives: None Origin:
    30 KB (3,272 words) - 14:35, 2 October 2019
  • 1260 (lyr., s.v.l.)), ῠ in quadrisyll.]:—the Erinys, an avenging deity, ἠεροφοῖτις Ἐρινύς Il.9.571, 19.87; δασπλῆτις Ἐρινύς Od.15.234 : more freq. in pl
    24 KB (2,432 words) - 12:44, 10 November 2019
  • (για πτηνά) αυτός που συχνάζει ή πλανιέται στον αέρα 2. (για τη σελήνη) ἠεροφοῑτις που πλανιέται στον αέρα, που διέρχεται διά μέσου του αέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    960 bytes (62 words) - 06:35, 29 September 2017
  • τοῦ σκότους φοιτῶσα, ἀόρατος, Σχόλ. Ἰλ. Τ. 87, πρὸς ἑρμηνείαν τῆς λέξεως ἠεροφοῖτις, περὶ Ἐρινύος.
    726 bytes (30 words) - 10:00, 11 February 2019
  • [Seite 43] lustdurchwandelnd, ἀστήρ Ion bei Schel. Ar. Pac. 835; s. ἠεροφοῖτις. ἀεροφοίτης: ὁ διὰ τοῦ ἀέρος φοιτῶν, πορευόμενος, «ἀοῖον ἀεροφοίταν ἀστέρα
    510 bytes (37 words) - 09:38, 5 August 2017
  • generally of evil, 5.613; ἐγὼ δ' οὐκ αἴτιός εἰμι ἀλλὰ Ζεὺς καὶ M. καὶ ἠεροφοῖτις Ἐρινύς 19.87: with epithets, M. κραταιή, ὀλοή, 5.629, 21.83; κακή 13.602;
    59 KB (5,334 words) - 15:30, 2 October 2019
  • Composita : oft m. Präfix, z.B. ἐπι-, δια-, συν-, ἀπο-. Als Hinterglied u.a. in ἠεροφοῖτις, Beiw. der Ἐρινῦς, in dem Nebel wandelnd (I 571, Τ 87; vgl. Bechtel Lex
    37 KB (3,477 words) - 16:04, 2 October 2019
  • -ον, ὁ πλανώμενος ἐν τῷ ἀέρι, Ἡσύχ. ἐν λέξ. ἠεροφοῖτις. -ον que vaga por los aires Hsch.s.u. ἠεροφοῖτις. Source: ἀεροπλάνος
    235 bytes (23 words) - 11:47, 21 August 2017
  • (για πτηνά) αυτός που συχνάζει ή πλανιέται στον αέρα 2. (για τη σελήνη) ἠεροφοῑτις που πλανιέται στον αέρα, που διέρχεται διά μέσου του αέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    2 KB (132 words) - 06:36, 29 September 2017
  • блуждающая во мгле = ἀεροφοῖτις, ἠεροφοῖτις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    74 bytes (40 words) - 18:55, 13 October 2019
  • ἡ (Α) αυτή που συχνάζει στο έρεβος (Σχολ. Ιλ., για ερμηνεία της λέξης ἠεροφοῑτις, προκειμένου για Ερινύα). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρεβος + -φοίτις (< φοιτώ)]. Αναζήτηση
    616 bytes (42 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἡ (Α) αυτή που συχνάζει στο έρεβος (Σχολ. Ιλ., για ερμηνεία της λέξης ἠεροφοῑτις, προκειμένου για Ερινύα). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρεβος + -φοίτις (< φοιτώ)]. Αναζήτηση
    477 bytes (31 words) - 06:32, 29 September 2017
  • πρόχνυ καθεζομένη, δεύοντο δὲ δάκρυσι κόλποι, παιδὶ δόμεν θάνατον· τῆς δ' ήεροφοῖτις ἐρινὺς ἔκλυεν ἐξ Ἐρέβεσφιν, ἀμείλιχον ἦτορ ἔχουσα, Scholl. Aristonic.
    10 KB (927 words) - 13:35, 2 October 2019