Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠθοποιία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Works ἠθοποιία: ἡ, μόρφωσις χαρακτῆρος, ἤθους, Στράβ. 648· ἐν τῷ πληθ., ὁ αὐτ. 128. ΙΙ. διαγραφὴ χαρακτῆρος, Διον. Ἁλ. π. Λυσ. 8. η (AM ἠθοποιία) ηθοποιός
    3 KB (199 words) - 11:35, 1 January 2021
  • η (AM ἠθοποιία) ηθοποιός 1. μόρφωση ήθους, διαμόρφωση χαρακτήρα, ηθική εκπαίδευση 2. η μίμηση και αναπαράσταση ηθών και χαρακτήρων νεοελλ. 1. η τέχνη του
    2 KB (125 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Full diacritics: ἠθοποιΐα Medium diacritics: ἠθοποιΐα Low diacritics: ηθοποιία Capitals: ΗΘΟΠΟΙΙΑ Transliteration A: ēthopoiḯa Transliteration B:
    681 bytes (67 words) - 10:58, 31 January 2021
  • εμφάνιση αρετής μσν.-αρχ. η υποκριτική, η τέχνη του υποκριτή, του ηθοποιού, η ηθοποιία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    505 bytes (42 words) - 12:47, 29 September 2017
  • μορφώνει το ήθος, τον χαρακτήρα, ηθοπλαστικός 2. το ουδ. ως ουσ. τo ἠθοποιόν η ηθοποιία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + -ποιος (< ποιώ), πρβλ. βροχο-ποιός, κακο-ποιός. Στη
    2 KB (165 words) - 11:20, 14 January 2019
  • κίνηση του σώματος εμψυχώνει έναν φανταστικό χαρακτήρα σε μια παράσταση, η ηθοποιία αρχ. αυτός που αρμόζει σε λόγο, σε απαγγελία («ἐναγώνιος μᾶλλον ἡ διαλελυμένη
    2 KB (127 words) - 14:25, 27 March 2021
  • μᾶλλον ὡς ἠθοποιὸν ἢ πλουτοποιὸν ἀγαπήσας ὁ αὐτ. Νόμ. 10 κλ.· - τὸ ἠθ. = ἠθοποιία, ὁ αὐτ. 2. 660Β. ός, όν : qui forme le caractère. Étymologie: ἦθος, ποιέω
    4 KB (309 words) - 13:15, 28 January 2021
  • οἵων δεῖ δογμάτων formación de las opiniones adecuadas Arr.Epict.4.11.8, ἠθοποιία δ' ἐστὶν ἤθους ἐ. Ar.Did. en Stob.2.7.1. II jur. reclamación de la propiedad
    2 KB (194 words) - 01:45, 1 January 2021
  • Demetr.Eloc.265, Marcellin.Vit. Thuc.38, Herm. in Phdr. p.182 A.; opp. ἠθοποιία, Hermog.Prog.9. II the putting of imaginary speeches into one's own or
    2 KB (158 words) - 22:30, 30 December 2020
  • αρκετές γενεές αλλά υπό ορισμένες συνθήκες εξαφανίζεται μσν. 1. μεταμφίεση, ηθοποιία 2. απόλαυση, διασκέδαση μσν.-αρχ. 1. μετάφραση, εξήγηση 2. μετάνοια 3.
    18 KB (1,511 words) - 13:10, 13 March 2021
  • de imágenes εἰδωλοποιητικὴ τέχνη Iambl.Myst.3.28. 2 evocador de imágenes ἠθοποιΐα Eust.1952.1. εἰδωλοποιητικός, -ή, -όν (Α) αυτός που έχει την ικανότητα
    1 KB (77 words) - 01:33, 30 December 2020
  • Wikipedia EN | Wikipedia LA | Google Translator | LSJ ēthŏpœĭa, æ, f. (ἠθοποιία), éthopée [fig. de rhét.], portrait, caractère : Rut. Lup. Fig. 1, 21.
    342 bytes (74 words) - 06:53, 14 August 2017
  • κίνηση του σώματος εμψυχώνει έναν φανταστικό χαρακτήρα σε μια παράσταση, η ηθοποιία αρχ. αυτός που αρμόζει σε λόγο, σε απαγγελία («ἐναγώνιος μᾶλλον ἡ διαλελυμένη
    6 KB (507 words) - 14:20, 27 March 2021
  • Demetr. Eloc. 265, Marcellin. Vit. Thuc. 38, Herm. in Phdr. p. 182 A.; opp. ἠθοποιΐα, Hermog. Prog. 9. the putting of imaginary speeches into one's own or another's
    1 KB (122 words) - 10:57, 31 January 2021
  • Suet.: morum perversitas alcis, Suet.: imitatio morum alienorum, quae ηθοποιΐα dicitur, Quint. – mores commodi, Cic.: dissoluti, Phaedr. u. Eutr.: mores
    25 KB (3,384 words) - 17:30, 27 February 2019
  • ἠθοποιητικός, -ή, -όν (Μ) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ηθοποιία, που είναι ικανός να εκφράζει το ήθος, τον χαρακτήρα, την έκφραση προσώπων, μιμητικός
    678 bytes (43 words) - 06:35, 29 September 2017
  • Anreden, die Anrede, Plin. ep. 2, 20, 7. Suet. Tib. 23. – Insbes.: a) = ηθοποιΐα, die Charakterschilderung, s. Prisc. praeëx. 9, 27: Plur., Suet. gr. 4
    2 KB (250 words) - 22:45, 27 February 2019
  • ēthopoeïacus, a, um (ηθοποιΐα), zur Darstellung der Sitten (des Charakters) geeignet, sermo, Firm. de err. 8, 4. * Look up in: Navigium | Albertmartin
    158 bytes (23 words) - 09:12, 15 August 2017
  • 1955. 54. ἠθοποιητικός, -ή, -όν (Μ) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ηθοποιία, που είναι ικανός να εκφράζει το ήθος, τον χαρακτήρα, την έκφραση προσώπων
    1 KB (91 words) - 11:35, 1 January 2021
  • εμφάνιση αρετής μσν.-αρχ. η υποκριτική, η τέχνη του υποκριτή, του ηθοποιού, η ηθοποιία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    2 KB (112 words) - 14:10, 1 January 2021