Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠπάομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pass., ἱμάτια ἠπημένα Aristid.2.307 J., cf. BCH51.326. ἠπάομαι: ἴδε ἐν λ. ἠπήσασθαι. ἠπάομαι (Α) διορθώνω, επισκευάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται
    4 KB (330 words) - 13:40, 2 October 2019
  • ἠπάομαι (Α) διορθώνω, επισκευάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μεταρρηματικό σχηματισμό με μακρόφωνο (η-) θέμα (πρβλ. πηδώ) που συνδέεται
    905 bytes (66 words) - 07:17, 29 September 2017
  • άχρηστου ενεστ. ἠπάομαι, επιδιορθώνω, φτιάχνω, επισκευάζω, αποκαθιστώ, «μπαλώνω», σε Αριστοφ. (αμφίβ. προέλ.). ἠπήσασθαι: [inf. aor. 1 к *ἠπάομαι починить (κόσκινον
    2 KB (134 words) - 23:20, 9 January 2019
  • ἠπητής, ό, θηλ. ἠπήτρια (Α) ηπάομαι επιδιορθωτής, επισκευαστής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    156 bytes (17 words) - 07:17, 29 September 2017
  • auch pass., ἱμάτια ἠπημένα. Vgl. ἠπιάω. -ῶ : réparer, recoudre; Moy. ἠπάομαι plus usité. Étymologie: DELG pas d’étym.
    446 bytes (41 words) - 19:58, 9 August 2017
  • ἤπησις, ή (Μ) ηπάομαι επιδιόρθωση, επισκευή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    117 bytes (15 words) - 07:17, 29 September 2017
  • зашивать = ἐνράπτω, ἀπορράπτω, διαρράπτω, ἠπάομαι, συρράπτω, νευρορραφέω, ῥάπτω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    176 bytes (43 words) - 17:40, 18 October 2019
  • чинить = ζεύγνυμι, καταρτίζω, ἐπισκευάζω, ἠπάομαι, ἐξακέομαι, ἀκέομαι, νευρορραφέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    186 bytes (43 words) - 10:00, 15 October 2019
  • 1647.60: [Seite 1174] ἡ, das Heilen, Eust. 1647, 60. ἤπησις, ή (Μ) ηπάομαι επιδιόρθωση, επισκευή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    633 bytes (30 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ἤπητρον, το (Α) ηπάομαι πληθ. τα ἤπητρα η αμοιβή του επιδιορθωτή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    170 bytes (20 words) - 07:17, 29 September 2017
  • POxy. 736.10 (i B.C./i A.D.), PTeb.120 Intr.(i B.C.). ἤπητρον, το (Α) ηπάομαι πληθ. τα ἤπητρα η αμοιβή του επιδιορθωτή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    680 bytes (41 words) - 06:35, 29 September 2017
  • (propr. qui raccommode). Étymologie: ἠπάω. ἠπητής, ό, θηλ. ἠπήτρια (Α) ηπάομαι επιδιορθωτής, επισκευαστής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (137 words) - 23:05, 9 January 2019