Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἠπεδανός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Étymologie: cf. ἤπιος. feeble, weakly. ἠπεδανός, -ή, -όν και ἠπεδανής, -ές (Α) 1. αδύνατος, ασθενικός («ἠπεδανὸς δὲ νύ τοι θεράπων, βραδέες δέ τοι ἵπποι»
    7 KB (623 words) - 14:45, 2 October 2019
  • ἡπεδᾰνός: -ή, -όν, (ἴδε ἐν τέλ.) ἀδύνατος, ἀσθενής, ἐπὶ τοῦ ἡνιόχου τοῦ Νέστορος, Ἰλ. Θ. 104˙ οὐχὶ ἄρτιος, χωλαίνων, ὡς ὁ Ἥφαιστος καλεῖ ἑαυτόν, Ὀδ. Θ
    1 KB (109 words) - 11:30, 5 August 2017
  • για τα πάντα, Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < οὔτις, πιθ. κατά τα παράγωγα του τύπου ἠπεδανός, πευκεδανός ή από αμάρτυρο τ. οὔ-τιδ (πρβλ. λατ. quid)]. Αναζήτηση σε:
    980 bytes (78 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ἠπεδανός, -ή, -όν και ἠπεδανής, -ές (Α) 1. αδύνατος, ασθενικός («ἠπεδανὸς δὲ νύ τοι θεράπων, βραδέες δέ τοι ἵπποι», Ομ. Ιλ.) 2. εστερημένος τινός, αυτός
    2 KB (134 words) - 07:17, 29 September 2017
  • geringfügig, schlecht, wie Nic. Th. 385. – Dies Suffixum δανός s. auch in ἠπεδανός. οὐτῐδᾰνός: -ή, -όν, (οὔτις) μηδαμινός, ἀνάξιος λόγου, πρόστυχος, μάλιστα
    6 KB (465 words) - 15:30, 2 October 2019
  • ἀμφιγῠήεις «с могучими руками», но χωλός и κυλλοποδίων «хромоногий», а потому ἠπεδανός «слабый»; его жена - Харита в Илиаде, но Афродита в Одиссее; на Олимпе
    3 KB (266 words) - 01:34, 3 January 2019
  • derivations, also rare a. late: μηκεδανός long (AP, Nonn.), for μακεδνός after ἠπεδανός a. o. (Risch $38, Specht Ursprung 199); μηκ-ικός regarding the length (Procl
    25 KB (2,162 words) - 14:05, 3 October 2019
  • τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἥρας, χωλὸς ἐκ γενετῆς, Ἰλ. Σ. 397 (πρβλ. κυλλοποδίων, ἠπεδανός): θεὸς τοῦ πυρὸς ὡς χρησιμεύοντος ἐν τῇ τέχνῃ καὶ ἄρχων πάσης τέχνης ἐχούσης
    6 KB (582 words) - 13:40, 2 October 2019
  • όν,    A = ἠπεδανός, Hsch. s. h. v. [Seite 283] dor., = ἠπεδανός. ἀπεδᾰνός: -όν, = ἠπεδανός, «ἄπους, χωλὸς» Ἡσύχ. v. ἠπεδανός. Source: ἀπεδανός
    651 bytes (21 words) - 12:15, 21 August 2017
  • κυριολεκτικῇ σημασίᾳ, ῥ. πηγυλὶς Ἀνθ. Π. 9. 384. (Περὶ τῆς καταλήξεως πρβλ. ἠπεδανός, μηκεδανός, οὐτιδανός). - Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥιγεδανῆς˙ φρικώδους, χαλεπῆς, κακίστης
    4 KB (282 words) - 17:39, 10 January 2019
  • ή, όν,    A = ἠπεδανός, Opp.C.3.409; cf. νήδυμος, ἥδυμος. νηπεδᾰνός: -ή, -όν, = ἡπεδανός, Ὀππ. Κυν. 3. 409. Πρβλ. νήδυμος, ἥδυμος. νηπεδανός, -ή, -όν
    903 bytes (44 words) - 12:02, 29 September 2017
  • хромой = κυλλός, ἠπεδανός, χωλός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    75 bytes (39 words) - 03:50, 14 October 2019
  • ἀκιδνός, λεπτός, ἀσυμπαγής, λευκός, ἀβληχρός, ἄρρωστος, ἄρωστος, βληχρός, ἠπεδανός, ἄεπτος, ἀμενής, ὀλιγοδρανής, ἀσθενής, ἀμαυρός, στενός, στεινός, ἀραιός
    963 bytes (81 words) - 09:38, 15 October 2019
  • ἀμενηνός, ἀδύνατος, λυγρός, ἀκρατής, ὑπερῆλιξ, λεχήρης, θρυπτικός, ἀβληχρός, ἠπεδανός, ἄεπτος, ἀμενής, ὀλιγοδρανής, πηρός, σαθρός Look up in: Google | Wiktionary
    471 bytes (57 words) - 09:45, 15 October 2019
  • увечный = χωλός, ἔμπηρος, διάστροφος, λιπόγυιος, ἠπεδανός, πηρός, γίννος, κολοβός, ἀνάπηρος, γυιός, πηρομελής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    245 bytes (47 words) - 10:00, 15 October 2019
  • formation built with Greek elements] Etymology: Derivation from οὔτι like ἠπεδανός, πευκεδανός etc. (Chantraine Form. 362), but the δ can belong to orig.
    515 bytes (48 words) - 06:18, 3 January 2019
  • pies op. a ‘cojo’ ὁ μὲν (Ares) κακός τε καὶ ἀ., αὐτὰρ ἐγώ γε (Hefesto) ἠπεδανὸς γενόμην Od.8.310, cf. Hdt.4.161, D.S.3.7, Them.Or.21.255c, Nonn.D.5.142
    5 KB (481 words) - 20:10, 9 January 2019
  • -όν (Α) μακρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῆκος, εκτεταμένη μορφή τοῦ μᾱκεδνός κατά το ἡπεδανός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (81 words) - 13:45, 9 January 2019