Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἡγεμόνιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 22. ος, ον : c. ἡγεμονικός ; subst. ὁ ἡγεμόνιος le conducteur des âmes (Hermès). Étymologie: ἡγεμών. ἡγεμόνιος, -ία, -ον (Α) 1. αυτός που άρχει, που
    2 KB (149 words) - 07:12, 31 December 2018
  • ἡγεμόνιος, -ία, -ον (Α) 1. αυτός που άρχει, που οδηγεί 2. (επίθ. του Ερμή) αυτός που οδηγεί τις ψυχές των νεκρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηγεμών (-όνος) + κατάλ. -ιος
    535 bytes (40 words) - 07:16, 29 September 2017