Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἡπατοειδής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Diosc. ἡπᾰτοειδής: -ές, ἔχων τὸ σχῆμα τοῦ ἥπατος, Διοσκ. 5. 100. ἡπατοειδής, -ές (Α) αυτός που μοιάζει στο σχήμα με το ήπαρ («ἡπατοειδὴς τῷ χρώματι»
    1 KB (53 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ἡπατοειδής, -ές (Α) αυτός που μοιάζει στο σχήμα με το ήπαρ («ἡπατοειδὴς τῷ χρώματι», Διοσκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ήπαρ, -ατος + -ειδής < είδος]. Αναζήτηση σε:
    442 bytes (29 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ηπατίζω, ηπάτιον μσν. ηπατηρός, ηπατώδης νεοελλ. ηπάτωση. ΣΥΝΘ. αρχ. ηπατοειδής, ηπατοσκόπος, ηπατουργός μσν.- νεοελλ. ηπατοφάγος νεοελλ. ηπαραδένη, ηπατέλαιον
    4 KB (279 words) - 15:15, 15 January 2019
  • [Seite 1173] ες, = ἡπατοειδής, Psell. ἡπατώδης, -ώδες (Μ) ήπαρ ηπατοειδής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    227 bytes (19 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ἡπατώδης, -ώδες (Μ) ήπαρ ηπατοειδής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    98 bytes (14 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ηπατίζω, ηπάτιον μσν. ηπατηρός, ηπατώδης νεοελλ. ηπάτωση. ΣΥΝΘ. αρχ. ηπατοειδής, ηπατοσκόπος, ηπατουργός μσν.- νεοελλ. ηπατοφάγος νεοελλ. ηπαραδένη, ηπατέλαιον
    12 KB (1,017 words) - 14:05, 16 January 2019