Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἡπατουργός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Weissagen, Lycophr. 839. ἡπᾰτουργός: -όν, ὁ κατακόπτων τὸ ἧπαρ, ἐπίθ. τοῦ Περσέως, Λυσ. 839˙ πρβλ. διατρὸς ἡπάτων, ὁ αὐτ. 35. ἡπατουργός, -όν (Α) (για τον Περσέα)
    1 KB (82 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ἡπατουργός, -όν (Α) (για τον Περσέα) αυτός που κόβει το ήπαρ για μαντεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήπαρ, -ατος + -ουργός < έργον (πρβλ. δραματ-ουργός, κερατ-ουργός)]
    500 bytes (32 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ηπατηρός, ηπατώδης νεοελλ. ηπάτωση. ΣΥΝΘ. αρχ. ηπατοειδής, ηπατοσκόπος, ηπατουργός μσν.- νεοελλ. ηπατοφάγος νεοελλ. ηπαραδένη, ηπατέλαιον, ηπαταλγία, ηπαταπόστημα
    4 KB (279 words) - 15:15, 15 January 2019
  • επιδημιουργός, ερεουργός, ερωτουργός, ευσεβουργός, ζυμουργός, ηλουργός, ηπατουργός, θαλασσουργός, θεουργός, θεμιτουργός, θυμιαματουργός, θυσιουργός, ιεροζωμουργός
    21 KB (1,123 words) - 12:24, 15 February 2019
  • ηπατηρός, ηπατώδης νεοελλ. ηπάτωση. ΣΥΝΘ. αρχ. ηπατοειδής, ηπατοσκόπος, ηπατουργός μσν.- νεοελλ. ηπατοφάγος νεοελλ. ηπαραδένη, ηπατέλαιον, ηπαταλγία, ηπαταπόστημα
    12 KB (1,017 words) - 14:05, 16 January 2019