Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἤχημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἤχημα: Δωρ. ἄχ-, τό (ἠχέω), ήχος, θόρυβος, σε Ευρ. ἤχημα: дор. ἄχημα, ατος (ᾱχ) τό звук, звучание (μελῳδὰ
    2 KB (109 words) - 23:10, 9 January 2019
  • ἤχημα και δωρ. τ. ἄχημα, το (Α) ηχώ 1. ο ήχος 2. το άσμα («μελῳδοῑς ἀχήμασι», Ευρ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (26 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ἄχημα: ατος τό дор. Eur. = ἤχημα.
    84 bytes (6 words) - 14:48, 31 December 2018
  • 704, σ. 321. 2) τόπος ἀναπαύσεως, Λουκ. Ἔρωτ. 18. 3) τὸ πρὸς ἀνάπαυσιν ἤχημα τῆς σάλπιγγος, ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἀνακλητικόν, Πολυδ. 4. 86. ος, ον : propre
    5 KB (343 words) - 13:30, 9 January 2019
  • σύριγμα ὄφεως, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 883· ὁ ἦχος ὀργάνου, Ἀνθ. Π. 6. 165. - Πρβλ. ἤχημα. ατος (τό) : grand bruit ; sifflement d’un serpent ; son d’un instrument
    2 KB (172 words) - 23:25, 9 January 2019
  • der in einem Körper erzeugte od. tönende Schall, Iambl. ἐνήχημα: τό, = ἤχημα, βοή, Ἰαμβλ. Βίος Πυθ. 65: δόγμα, Ἐκκλ. -ματος, τό eco interior de los
    2 KB (128 words) - 07:08, 29 September 2017
  • φώνημα, φθέγμα, φθόγγος, ἰωή, ὄσσα, ὄττα, φωνή, φωνά, γῆρυς, ἐνοπή, γήρυμα, ἤχημα, ἄχημα, ψόφος, καναχή, καναχά, θρόος, θροῦς, ἀϋτή, ἀϋτά, ὁμοκλή, ὀμοκλή,
    602 bytes (71 words) - 09:35, 15 October 2019
  • звучание = πνεῦμα, ἠχή, ἀλαλητός, ἀλαλατός, ἰωή, ἤχημα, ἄχημα, ψόφησις, θρόος, θροῦς, ἰαχή, ἰακχή, ἰαχά, ὁμοκλή, ὀμοκλή, πτέρυξ, μολπή, μολπά, ὄτοβος,
    409 bytes (58 words) - 07:25, 15 October 2019
  • with prefix, e. g. ἀντ-, ὑπ-, sound, rustle, give a sound (Hes.); with ἀντ-ήχημα, -ήχησις, ἠχέτης, -τα (ἀχ-) who gives sound, cicada (Hes.; also from ἦχος
    3 KB (270 words) - 01:12, 3 January 2019