Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰέ" on this wiki. See also the other search results found.

  • in Paeans, Aristonous 1.4, al., Isyll.37,al., cf. Ephor.31 (   A b) J. ἰέ v. ἰή.
    511 bytes (22 words) - 14:32, 17 August 2017
  • ἰά¹. ῐή, ἰέ    a ἰή. λτ;ἰὴγτ; ἰῆτε νῦν μέτρα παιηόνων ἰῆτε, νέοι (supp. e. Σ G-H.) (Pae. 6.121)   &nbnbsp;b ἰὴ ἰέ. ἰὴ ἰὲ Παιάν, ἰὴ ἰέ Πα. 2. 3, .
    5 KB (433 words) - 14:10, 31 January 2019
  • ἰέ (Α) (επιφώνημα χαράς ή ενθουσιασμού) ιή. [ΕΤΥΜΟΛ. Βραχύτερος τ. του ιή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    210 bytes (21 words) - 06:36, 29 September 2017
  • 3pl. impf. of ἵημι. ἴε: ἴεν, Ἐπικ. γ΄ ἑνικ. παρατ. τοῦ εἶμι. see εἶμι. ἴε: ἴεν, Επικ. γʹ ενικ. παρατ. του εἶμι (ibo). ἴε: эп. 3 л. sing. impf.
    1 KB (94 words) - 07:48, 31 December 2018
  • σχήματα, διάφορες κατηγορίες ατόμων. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είδος < (F)εῑδ-ος ανάγεται σε ΙΕ ρίζα weid- που σημαίνει «βλέπω» (πρβλ. απρμφ. ιδείν του αορ. είδον) αλλά και
    3 KB (217 words) - 07:06, 29 September 2017
  • συνεδρίαση, σύνοδος συμβουλίου ή σωματείου. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έδ-ρα ανάγεται σε ΙΕ ρίζα sed- «καθίζω, θέτω, κάθομαι» (πρβλ. έζομαι < έδ-yομαι) και φέρει επίθημα
    3 KB (202 words) - 20:47, 22 December 2018
  • Apollo. Παιάν τέ σοι τιμᾷ φάος (P. 4.270) ἰὴ ἰὲ Παιάν, ἰὴ ἰέ. Παιὰν δὲ μήποτε λείποι Πα. 2. 3,, 1. ἰὴ ἰή, ὢ ἰὲ Παιάν (Pae. 4.31) Παιὰν δε[ (Pae. 6.182)
    20 KB (1,703 words) - 11:20, 26 February 2019
  • «είκοσι» είναι Fῑκατι (πρβλ. αβ. vīsaiti, αρχ. ινδ. vimśati-, λατ. viginti) < ΙΕ τ. wῑ-kamt-ĭ, του οποίου το wi- αντιστοιχεί στο di-, dwi- (πρβλ. δύο, δι(ς)
    2 KB (191 words) - 12:20, 14 January 2019
  • που ανάγεται σε ΙΕ ρίζα dei∂ «επιδιώκω»). Συνδέεται πιθ. με τα αρχ. ελλ. ζημία, ζήλος, ζητρός, οι αντιστοιχίες του όμως στις άλλες ΙΕ γλώσσες δεν είναι
    4 KB (259 words) - 12:30, 15 February 2019
  • ονοματικό θ. συνδέεται πιθ. με αρχ. νορβ. raun «προσπάθεια, δοκιμή, έρευνα» (< ΙΕ rou-n-ā)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (104 words) - 07:13, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταρρηματικό σιγμόληκτο παράγωγο του ζεύγνυμι. Ανάγεται σε ΙΕ τ. yeugos (< ΙΕ ρ. yeu-g «συνδέω, ενώνω»). Ο πληθ. ζεύγεα αντιστοιχεί επακριβώς στο
    4 KB (268 words) - 06:35, 29 September 2017
  • μαρτυρείται στις περισσότερες ΙΕ γλώσσες και στην ελλ. ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους στον τ. tu-ka-te. Ανάγεται σε ΙΕ τ. dhug(h)әter με πιθ. αρχική
    4 KB (254 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ἔτης ἀνήρ», Αισχύλ.) 2. ο φίλος («ἔτης Ἡρακλῆος», Ορφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < swe-t-ā < ΙΕ ρίζα swe- (πρβλ. ἕ) παρεκτεταμένη με -t. Στα ομηρικά έπη η λ. απαντά αποκλειστικά
    2 KB (175 words) - 14:35, 14 January 2019
  • αντί του αναμενομένου e από τους συγγενείς τ. τών άλλων ΙΕ γλωσσών και τον επανασυντεθειμένο ΙΕ τ. ekwo-. Στη Νέα Ελληνική τη λ. ίππος αντικατέστησε η λ
    8 KB (569 words) - 12:25, 15 February 2019
  • είναι μου» — η ύπαρξη μου, εγώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ειμί ανάγεται σε ΙΕ ρίζα es- «είμαι». Ο τ. ειμί < ΙΕ es-mi (πρβλ. αρχ. ινδ. a-s-mi, λιθ. es-mi, χετ. ešmi, ενώ
    20 KB (1,553 words) - 12:25, 15 February 2019
  • Θεού, ο Θεός αρχ.-μσν. αέρια των εντέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. άνεμος ανάγεται στην ΙΕ ρίζα an∂- «φυσώ, πνέω». Από την ίδια ρίζα προήλθαν όχι μόνο τα αρχ. ινδ. anilas
    7 KB (415 words) - 20:50, 22 December 2018
  • Παρεκτεταμένος με το επίθημα -αν- τύπος του αἴσθ-ομαι. Και τα δύο ανάγονται στην ΙΕ ρίζα awis-dh (aFισ-θ-) «αντιλαμβάνομαι, εννοώ». Βλ. λ. ἀΐω Ι. ΠΑΡ. αίσθημα
    2 KB (156 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ως επίρρ.) εἰκόνα όπως, με τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Σχηματισμός σε -ων < έοικα, από ΙΕ ρ. weik- «αληθεύω, ομοιάζω» (πρβλ. είκελος). Η λ. εικών είναι ιων.-αττ. τύπος
    3 KB (182 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ud-tera) με τη λ. ὕδερος και με τ. τών ΙΕ γλωσσών με σημ. «κοιλιά» (πρβλ. αρχ. ινδ. udara-, αβεστ. udara-, ΙΕ τ. udero-, βλ. λ. ὕδερος), η οποία, όμως
    2 KB (181 words) - 12:47, 29 September 2017
  • καὶ ὕδατος τρία». [ΕΤΥΜΟΛ. Το απόλ. αριθμτ. τρεῖς, τρία ανάγεται σε ΙΕ τ. treyes (< ΙΕ ρ. trei- / tri-). Η ονομ. του αρσ. και θηλ. εμφανίζεται στη δωρ. διάλ
    8 KB (675 words) - 12:25, 14 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)