Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰατρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 8, «περὶ τὰς τικτούσας ἰατρός» Ἡσύχ. ἐν λ. μαῖα. ΙΙ. μεταφ., ἰατρός πόνων Πινδ, Ν. 4. 3· ὦ θάνατε... τῶν ἀνηκέστων κακῶν ἰατρὸς Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 244· ὁ θάνατος
    13 KB (997 words) - 14:30, 14 January 2019
  • σωμάτων μας, λυτρωτής μας αρχ. 1. το θηλ. ἡ ἰατρός η μαία 2. φρ. α) «ἰατρῶν παῑδες» — ιατροί β) «γῆς ἰατρός» — γεωργός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γιατρός. ΠΑΡ. ιατρικός
    3 KB (198 words) - 14:30, 14 January 2019
  • subs. P. and V. ἰατρός, ὁ (ι, Eur., Hipp. 296, Tro. 1232, and Ar., Pl. 406); see healer. Look up physician on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    210 bytes (30 words) - 12:37, 18 September 2019
  • subs. Use P. and V. ἰατρός; see doctor. Look up surgeon on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    151 bytes (20 words) - 10:05, 21 July 2017
  • moment, E.Tr.901.    2 in the strict sense of the word, ὁ ἀ. ἰατρός Pl.R.342d; ὁτῷἀ. λόγῳ ἰατρός ib.341c.    b pure-bred, genuine, Κόλχος Eun.Hist.p.263D.
    19 KB (1,631 words) - 11:35, 10 January 2019
  • ὁ, ποιητ. ἀντὶ ἰατρός, παρ᾿ Ὁμ. κατὰ τὸ πλεῖστον χειρουργός, Ἰλ. Β. 732, Δ. 190, 194, κτλ., Πινδ. Π. 3. 115, κτλ.: ― καθόλου, ἰατρός, ὁ ἐπιφέρων θεραπείαν
    3 KB (225 words) - 12:46, 18 September 2019
  • subs. P. and V. ἰατρός, ὁ (ι Eur., Hipp. 296, Tro. 1233, and Ar. Pl. 406), V. ἰατήρ, ὁ, ἀκέστωρ, ὁ, ἰατρόμαντις, ὁ. Look up healer on Perseus | Wiktionary
    277 bytes (35 words) - 09:42, 21 July 2017
  • subs. P. βδέλλα, ἡ (Hdt.). Physician: P. and V. ἰατρός, ὁ; see doctor. Look up leech on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    213 bytes (25 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ἢ κ. ἢ ἀγαθός ib.632; νομῆες Od.17.246; κ. ἀλήτης a bad beggar, ib.578; ἰατρός A.Pr.473; κυβερνήτης, ναύτης, E.Supp. 880, Andr.457; μάγειρος Pl.Phdr.265e:
    56 KB (4,939 words) - 11:35, 26 February 2019
  • Θεόφραστον τὸν λογιώτατον (τῶν μαθητῶν αὐτοῦ), Στράβ. 919· λ. ἰατρός, πεπαιδευμένος ἰατρός, Ἡλιόδ. 4. 7· Τυρρηνῶν οἱ λ., ἐπὶ τῶν Τυρρηνῶν οἰωνοσκόπων, Πλουτ
    12 KB (1,017 words) - 03:25, 10 January 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < υιός, με ανάπτυξη j από τη συνίζηση του συμπλέγματος io (πρβλ. ιατρός -γιατρός). Βλ. και υιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (90 words) - 06:26, 29 September 2017
  • λογ-ιατρεία, ἡ, Ph.1.526 (v.l. λογοιατρεία). λογίατρος: ὁ, ἐν λόγοις μόνον ἰατρός, Γαλην. τ. 8, σ. 670F· - ὅθεν λογοϊατρεία, ἡ, Φίλων 1. 526. λογίατρος
    1 KB (64 words) - 06:43, 29 September 2017
  • Μορ. 3. 3, 15, κ. ἀλλ. soigner, guérir, acc.. Étymologie: ἰατρός. (ΑΜ ἰατρεύω) ιατρός 1. γιατρεύω, θεραπεύω, αποκαθιστώ την υγεία κάποιου («οὐκ ἰατρεύεις
    4 KB (326 words) - 13:25, 9 January 2019
  • ο (θηλ. γιατρίνα και γιάτρισσα) (AM ιατρός) 1. ο ειδικός στη διάγνωση και θεραπεία τών διαφόρων νόσων 2. αυτός που καταπραΰνει, που ανακουφίζει τα ψυχικά
    978 bytes (65 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ion. c. ἰατρός.
    52 bytes (3 words) - 19:59, 9 August 2017
  • subs. Use P. ὀφθαλμῶν ἰατρός, ὁ. Look up oculist on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    147 bytes (18 words) - 09:47, 21 July 2017
  • καὶ παρὰ Σοφοκλεῑ», Ευστ.) 2. (για πρόσ.) μεθοδικός, ακριβής («εὐμέθοδος ἰατρός», Αλέξ. Τραλλ.) 3. το ουδ. ως ουσ. το ευμέθοδο(ν) η μεθοδικότητα μσν.-αρχ
    835 bytes (65 words) - 06:34, 29 September 2017
  • και ιατρεύω (AM ἰατρεύω) ιατρός 1. θεραπεύω 2. ανακουφίζω ή παρηγορώ κάποιον 3. διορθώνω, επανορθώνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    262 bytes (24 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ἀρχίατρος: (κατὰ δὲ τὸν Ἀρκάδ. 86. 19· ἀρχιατρός), Ἰων. ἀρχίητρος ὁ: = ὁ πρῶτος ἰατρός, οὕτως εἰπεῖν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ συλλόγου τῶν ἰατρῶν, Συλλ. Ἐπιγρ. 1227, 1407
    514 bytes (46 words) - 10:08, 5 August 2017
  • subs. P. and V. ἰατρός, ὁ (ι rare), V. ἰατήρ, ὁ, ἀκέστωρ, ὁ. Look up curer on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    197 bytes (25 words) - 09:27, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)