Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰαχέω" on this wiki. See also the other search results found.

  • λέξ. μόνον ἐν Λυρ. χωρίοις, καὶ τὰ Ἀντίγραφα συνεχῶς παρέχουσι τὸν τύπον ἰαχέω, εἴτε μακρὸν εἶναι τὸ α εἴτε βραχύ: ὅπου εἶναι μακρόν, ὁ Πόρσων (ᾧ ἀκολουθοῦσιν
    8 KB (603 words) - 14:20, 9 January 2019
  • klagend) conj. Vgl. ἰαχέω u. ἰάχω. ἰακχέω: ἰακχή, ἴδε ἰαχέω. -ῶ : pousser des cris. Étymologie: ἰακχή ; cf. ἰαχέω. ἰακχέω: ἰακχή, βλ. ἰαχέω, ἰαχή. ἰακχέω:
    1 KB (75 words) - 23:25, 9 January 2019
  • also ἰαχέω with fut. ἰαχήσω (trag.); perf. ptc. ἀμφιαχυῖα (Β 316), to which ἀμφιάχω (Orph., Q. S.); Compounds: Also περι-, ἐπ-ιάχω (Hom.), ἀντ-ιαχέω (Theoc
    20 KB (1,891 words) - 15:00, 2 October 2019
  • ἰακχεύσαντες): c. acc. cogn., ἰακχάζειν φωνήν Hdt.8.65.    II generally,= ἰαχέω, of birds, ἰακχ. ἀοιδήν Orph.L.46. Ἰακχάζω: φωνάζω Ἴακχος, Λόγγος 3. 11
    1 KB (83 words) - 10:10, 11 February 2019
  • concerne Iakkhos, bachique, EUR. Cycl. 69. Étymologie: Ἴακχος. Ἴακχος: ὁ (ἰαχέω)· 1. Ίακχος, αποκρυφιστικό όνομα του Βάκχου, σε Αριστοφ. κ.λπ. 2. πανηγυρικός
    7 KB (585 words) - 14:55, 2 October 2019
  • [ᾰ], αρχ. τύπος αντί ἰᾰχέω, σε Ομηρ. Ύμν., Ευρ. ἀχέω: I (ᾰ) HH, Eur. v. l. = ιαχέω. II (ᾱ) дор. = ἠχέω. 2 [old form for ἰαχέω, Hhymn., Eur.]
    6 KB (514 words) - 14:00, 31 January 2019
  • 337, Ι. Α. 1039, ὁ τύπος ἰακχὴ ἀποκατεστάθη ὑπὸ τοῦ Πόρσωνος· ἴδε ἐν λ. ἰαχέω: - ἐν Εὐρ. Μηδ. 149 κ. ἀλλ. τὸ ἰαχὰ εἶναι σφάλμα ἀντὶ ἀχά, Δωρ. τύπ. τοῦ
    6 KB (530 words) - 23:40, 9 January 2019
  • εἰς Ἰλ. 900, 12· ἀκριβῶς ὡς τὰ ἰακχέω, ὀκχέω, ὄκχος συχνάκις ἐφέροντο ἀντὶ ἰαχέω, ὀχέω, ὄχος, ὁσάκις τὸ φωνῆεν ἔπρεπε νὰ εἶναι μακρόν. Ἡ λήγουσα τῆς ὀνομ
    15 KB (1,539 words) - 14:10, 3 October 2019
  • εἶναι γεγραμμένον βρόγχον, ἀλλ’ ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶνε βρόκχον, ὡς ἰακχέω ἀντὶ ἰαχέω, κτλ.]. (Ἄγνωστος ἡ ἀρχὴ τῆς λέξεως). ου (ὁ) : lacet ou corde pour pendre
    12 KB (1,237 words) - 13:25, 3 October 2019
  • 119, Wolf προοίμ. εἰς Ἰλ. σ. Ixxi· πρβλ. Ζεφυρίη, ὄφις, φιλόσοφος, βρόχος, ἰαχέω]. ου (ὁ) : skyphos, vase à boire haut et sans pied, tasse. Étymologie:
    9 KB (863 words) - 15:50, 2 October 2019
  • grand bruit ; sifflement d’un serpent ; son d’un instrument. Étymologie: ἰαχέω. ἰάχημα, τὸ (Α) ιαχώ 1. κραυγή, βοή 2. το σφύριγμα του φιδιού («ὄφεων ἰαχήμασι»
    2 KB (172 words) - 23:25, 9 January 2019
  • ἰαχά, ἰάχημα, Elmsl. Εὐρ. Ἡρακλ. 752, Dind. Ἀριστοφ. Θεσμ. 327· ἴδε ἐν λ. ἰαχέω. -ῶ : 1 résonner, retentir; 2 tr. faire retentir : κωκυτόν SOPH des lamentations ;
    9 KB (768 words) - 13:45, 3 October 2019
  • Ph.1148, Opp.C.1.23; rumour, talk, Plu.Cat.Ma.22. (Perh. fr. swāĝh-, cf. ἰαχέω, OE. swógan 'resound', Engl. sough.) ἠχή: Δωρ. ἀχά, ἡ, ἦχος, Ὅμ., Ἀττ
    8 KB (773 words) - 13:45, 2 October 2019
  • sogar βριαγχόνην· βάτραχον. Φωκεῖς H. (schwerlich richtig; vgl. zunächst ἰαχέω, ἰαχή; ähnlich das ebenfalls korrupte βρόγχος· βάτραχος H.); auch βλίκανος
    19 KB (1,781 words) - 13:15, 3 October 2019
  • причитать = ἰαχέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    35 bytes (37 words) - 08:55, 15 October 2019
  • ινδοευρ. ᾱ ή ō]. (II) ἀχέω (Α) βγάζω ιαχή, φωνάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητ. τ. του ιαχέω (-ώ), υστερογενής ενεστώτας του ιάχω, που σχηματίστηκε κατά τα ρήματα σε
    3 KB (253 words) - 13:50, 8 January 2019
  • ἀλαλάζω, παραιθύσσω, ἠπύω, ἀπύω, αὐλέω, ἐξηχέω, διαχωρέω, ἀποσυρίζω, κτυπέω, ἰαχέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    230 bytes (47 words) - 09:30, 15 October 2019
  • συρίσδω, καναχίζω, ληκέω, λακέω, ἐξηχέω, περιηχέω, βρέμω, κελαδέω, ὑμνέω, ἰαχέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    430 bytes (59 words) - 09:30, 15 October 2019
  • поднимать голос = ἰαχέω, ἰακχέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    54 bytes (39 words) - 09:40, 14 October 2019
  • ἀναμέλπω, ἐντείνω, ἐπιβοάω, προᾴδω, ἀνεγείρω, ἐντύνω, ἐντύω, ὑπᾴδω, ὑπαείδω, ἰαχέω, ἠχέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    269 bytes (49 words) - 09:30, 15 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)