Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰδέ" on this wiki. See also the other search results found.

  • cf. ἠδέ. 2ou ἴδε; 2ᵉ sg. impér. ao.2 de ὁράω, v. *εἴδω. =ἠδέ, and. ἰδέ: προστ. αορ. του εἶδον, δες, κοίταξε, σε Όμηρ.· μεταγεν. ἴδε. ἰδέ: [ῐ], Επικ.
    4 KB (357 words) - 14:55, 2 October 2019
  • 3.217, late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63;
    11 KB (1,333 words) - 13:25, 3 October 2019
  • 2. μτφ. γλυκός, ευχάριστος 3. όμορφος, νόστιμος («παράκυψε, βαγίτσα μου, ἰδέ ἔμνοστον νέον», Διγεν. Ακρ.) 4. κατάλληλος 5. το ουδ. ως ουσ. τo εὔνοστον
    3 KB (184 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἰδού) ὧδε ὁ Χριστός, ἴδε (R G ἰδού) ἐκεῖ, John 3:26. ἴδε: Επικ., γʹ ενικ. αορ. βʹ εἶδον, είδε. ἴδε: I = ἰδέ II. ἴδε: II эп. 3 л. sing. aor. к εἶδον от
    4 KB (431 words) - 13:42, 3 October 2019
  • 3.217, late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63;
    65 KB (5,567 words) - 11:23, 26 February 2019
  • ἄλλοις ποιηταῖς, καὶ οὐδαμοῦ παρὰ τοῖς πεζοῖς. (Ἐντεῦθεν αἰψηρός, λαιψηρός, ἃ ἰδέ). adv. promptement, aussitôt : αἶψα μάλα IL tout aussitôt. Étymologie: cf
    6 KB (530 words) - 14:00, 2 October 2019
  • τοῦ πόλις, Ὅμηρ., ἀλλὰ πιθανῶς μόνον χάριν τοῦ μέτρου, ὡς τὸ πτόλεμος, ὃ ἰδέ· ὡσαύτως εὕρηται παρ’ Αἰσχύλῳ καὶ Εὐριπ. (ἐν λυρικοῖς χωρίοις), Θήβ. 114,
    4 KB (316 words) - 13:30, 9 January 2019
  • ον,    A v. ἀπέριττος. ἀπέρισσος: -ον, ἰδέ ἀπέριττος. ος, ον : sans excès ; simple, sans recherche ; τὸ ἀπέριττον LUC absence de recherche, simplicité
    2 KB (190 words) - 08:48, 31 December 2018
  • d. i. ἢν ἰδέ, siehe, siehe da! Theocr. 3, 10. 1, 149; Callim. Del. 132; öfter Anth., z. B. ἠνίδε φλόγα Antiphil. 36 (VII, 399). ἠνίδε: ἴδε ἐν λ. ἤν (ἐπιφώνημα)
    1 KB (76 words) - 07:44, 31 December 2018
  • 1):—whirlwind, typhoon, ll. cc., S.Ant.418. Τῡφώς: -ῶ, ὁ, συνῃρ. ἀντὶ Τῠφωεύς, ὃ ἰδέ. ΙΙ. ὡς προσηγορ. τῡφώς. γεν. τυφῶ Αἰσχύλ. Ἀγ. 656, Ἱκέτ. 560, δοτ. τυφῷ Ἀριστοφ
    4 KB (282 words) - 10:10, 13 January 2019
  • gen. tener buen juicio περὶ πολιτικῶν πραγμάτων Plb.23.5.8 •abs. ἀτενίσας ἰδέ Plot.1.6.9.24. 3 ser tenaz u obstinado τοὺς ἀτενίζοντας καὶ μὴ συγκαθίεντας
    9 KB (988 words) - 13:13, 3 October 2019
  • 2. μτφ. γλυκός, ευχάριστος 3. όμορφος, νόστιμος («παράκυψε, βαγίτσα μου, ἰδέ ἔμνοστον νέον», Διγεν. Ακρ.) 4. κατάλληλος 5. το ουδ. ως ουσ. τo εὔνοστον
    4 KB (266 words) - 07:14, 29 September 2017
  • μόριο -δε]. (II) και ιδές και ίδε (ΑΜ ἴδε, αττ. τ. ἰδέ) 1. βλέπε, δες («ἴδ', ὦ φίλα γυναικῶν», Σοφ.) 2. (ως επίρρ.) φρ. «Ίδε ο άνθρωπος» «να, ο άνθρωπος»
    1 KB (96 words) - 14:10, 8 January 2019
  • 1· ἀλλ’ οὐδέποτε παρὰ τοῖς δοκίμοις τῶν Ἀττ. πεζογράφων. - Πρβλ. τὸ Ἐπ. ἰδέ. conj. poét. et : ἠμὲν… ἠδέ IL, ἠδέ… καί IL et… et ; ἠδὲ καί IL et aussi
    8 KB (726 words) - 14:45, 2 October 2019
  • ἰδεῖν, part. ἰδών u. s. w., conj. auch ἴδωμι, Il. 22, 450, imper. nach Moeris ἰδέ, wie auch Plat. Phileb. 12 c accentuirt ist; med. εἰδόμην, ἰδέσθαι (das perf
    85 KB (8,625 words) - 13:50, 3 October 2019
  • Ep., σκῆπτρόν τ' ἠδὲ θέμιστας Il.9.99, cf. 1.400, al.; also τε... ἰδέ, χαλκόν τε ἰδὲ λόφον 6.469, cf. 8.162.    3 καὶ . . τε, both . . and . ., is occasionally
    126 KB (12,339 words) - 15:55, 2 October 2019
  • οἶκόν μου μήτε εἰς κἀνὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἴδε Elmsl. εἰς Εὐρ. Μήδ. 4. ― Περὶ τοῦ μηδὲ ἡγουμένου οὐδέ, ἴδε ἐν λέξ. οὐ Α. ΙΙ. 3. Β. ὡς ἐπίρρ. συναπτόμενον
    3 KB (330 words) - 10:09, 5 August 2017
  • 206. 4, 440. 9, 99. 19, 285; auch Aesch. Spt. 844 Pers. 26; sehr selten τὲ ἰδέ. – Auch umgestellt καί τε, πολλάκι δή μοι τοῦτον Ἀχαιοὶ μῦθον ἔειπον καί τέ
    30 KB (4,313 words) - 14:35, 3 October 2019
  • θεάου, imper. of θεάομαι,    A behold! θεῶ: ἀντὶ θεάου, προστ. τοῦ θεάομαι, ἰδέ, κύταξε. θεῶ: αντί θεάου, προστ. του θεάομαι, κοίτα! δες! θεῶ: Arph. (=
    708 bytes (29 words) - 08:20, 31 December 2018
  • ἐπειδὴ: ἢ ἐπεὶ δὴ (ὡς γράφεται νῦν παρ’ Ὁμ.) ἐντονώτερος τύπος τοῦ ἐπεὶ, ἴδε ἐν λ. ἐπεί.
    204 bytes (17 words) - 10:31, 5 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)