Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰλαδόν" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ο τ. ἰλαδόν ήταν πιο εύχρηστος για μετρικούς λόγους]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἰλᾰδόν: [ῑ]
    2 KB (176 words) - 23:35, 9 January 2019
  • ἰλαδόν και ἰληδόν (Α) επίρρ. 1. κατά ίλες, σε ίλες 2. άφθονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴλη + κατάλ. τροπ. επιρρ. -δον (πρβλ. αναφαν-δόν, πρηνη-δόν). Ο τ. ἰλαδόν ήταν
    561 bytes (41 words) - 07:18, 29 September 2017
  • [ῑ], Adv.,= ἰλαδόν, Q.S.1.7,al. [Seite 1251] schaarenweis, = εἰληδόν, Qu. Sm. 1, 7. ἰληδόν: ῑ, Ἐπίρρ., = ἰλαδόν, Κόϊντ. Σμ. 1. 7., 2. 397., 6. 643·
    712 bytes (44 words) - 06:36, 29 September 2017
  • IGRom.3.272 (Galatia), BGU69 (ii A.D.), J. AJ17.10.9, etc.; κατὰ ἴλας,= ἰλαδόν, opp. κατὰ τάξεις, X.An.1.2.16: generally, troop or company of soldiers
    9 KB (836 words) - 13:40, 2 October 2019
  • διὰ τοῦ ω, «εἰλαδών· ἀθρόως». adv. c. ἰλαδόν. v. ἰλαδόν. Source: εἰλαδόν εἰλαδόν και εἰλαδών και ἰλαδόν (Α) επίρρ. αθρόα. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (103 words) - 21:35, 9 January 2019
  • (ϝίλη): adv., in troops, Il. 2.93†.
    68 bytes (7 words) - 15:31, 15 August 2017
  • Adv.,    A = ἰλαδόν, in troops, D.P.763. [Seite 955] = simpl., Dionys. Per. 763. ἐπῑλᾰδόν: Ἐπίρρ. = ἰλαδόν, καθ’ ὁμάδας, κατὰ πλήθη, Διον. Π. 763.
    817 bytes (41 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εἰλαδόν και εἰλαδών και ἰλαδόν (Α) επίρρ. αθρόα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    125 bytes (17 words) - 06:41, 29 September 2017
  • Μ επίρρ. κατά στίφη ολόκληρα, με όλους τους λόχους. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ἰλαδόν. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    538 bytes (37 words) - 12:13, 29 September 2017
  • толпами = ἰλαδόν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    37 bytes (37 words) - 22:00, 14 October 2019
  • массами = σωρηδόν, ἰλαδόν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    57 bytes (38 words) - 16:30, 14 October 2019
  • vgl. 3, 596. Auch ὁμιληδόν, s. unten. ὁμῑλᾰδόν: Ἐπίρρ., (ὅμιλος) ὡς τὸ ἰλαδόν, καθ’ ὁμίλους, κατὰ πλήθη, Λατ. turmatim, Ἰλ. Μ. 3., Ο. 277. ΙΙΙ. Ἀπολλ
    3 KB (179 words) - 14:50, 9 January 2019
  • ἀφθόνως, λιπαρῶς, ῥύδην, ἐπηετανόν, εὐπόρως, δαψιλῶς, δαψιλέως, ἀθρόως, ἰλαδόν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    233 bytes (48 words) - 07:25, 15 October 2019
  • во множестве = ῥύδην, ἰλαδόν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    54 bytes (39 words) - 04:30, 14 October 2019
  • adv. indistintamente μὴ ... ἰλαδὸν ἀ. καὶ ῥαδίως μεταλαμβάνομεν Tz.Comm.Ar.1.222.13. Source: ἀτμητί
    149 bytes (16 words) - 12:18, 21 August 2017
  • πατέρων φιλότητος Od.15.197, cf. S.Ph.1122 (lyr.); κατ' ἡλικίην τε καὶ φ. ἰλαδὸν συγγίνεσθαι Hdt.1.172: pl., Thgn.860; φιλότητι in, with, from friendship
    15 KB (1,313 words) - 12:45, 9 January 2019
  • ἰληδόν (Α) επίρρ. βλ. ιλαδόν. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (14 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἐπιλαδόν (Α) ιλαδόν επίρρ. κατά ίλες, καθ’ ομάδας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (17 words) - 07:11, 29 September 2017
  • u. Glied stellen, u. so einhergehen, marschiren, von Kriegern,ἐστιχόωντο ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν, Il. 2, 92, u. oft; von Schiffen, in Reihen u. Geschwadern aufziehen
    971 bytes (81 words) - 19:48, 2 August 2017
  • δελφῑνες ἐπὶ χθονός οὔτε τι ταῡροι ἐν πόντῳ στιχόωσι», Άρατ. β. «ἐστιχόωντο ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν», Ομ. Ιλ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    5 KB (380 words) - 11:00, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)