Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰνάριον" on this wiki. See also the other search results found.

  • of ἴς,    A strand, fibre, ἰ. λεπτὸν καὶ μακρόν Phlp. in Mete.61.31. ἰνάριον, τὸ (Μ) υποκορ. βλ. ίνα (Ι). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    628 bytes (33 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἰνάριον, τὸ (Μ) υποκορ. βλ. ίνα (Ι). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    107 bytes (16 words) - 06:38, 29 September 2017
  • τη γλώσσα του Ησύχ. γίς-ἱμάς. ΠΑΡ. ινίο(ν), ινώδης αρχ. ιναία, ινώ μσν. ινάριον νεοελλ. ινίδιο. ΣΥΝΘ. (Α’ συνθετικό) αρχ. ινοειδής νεοελλ. ινοβλάστη, ινοβλάστωμα
    7 KB (536 words) - 12:34, 8 January 2019