Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰνάσσω" on this wiki. See also the other search results found.

  • cod.) Call.   A Fr.anon.126. ἰνάσσω: μέλλ. -άσω, = ἰνόω, ἐνδυναμῶ, ἰσχὺν παρέχω, Ἐτυμολ. Μ. 100. 49. Σουΐδ. ἰνάσσω (Α) παρέχω ισχύ, ενδυναμώνω. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (56 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἰνάσσω (Α) παρέχω ισχύ, ενδυναμώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του ρ. ἰνῶ «ενδυναμώνω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    232 bytes (21 words) - 06:36, 29 September 2017