Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰνδικοπλάστης" on this wiki. See also the other search results found.

  • (-πλεύστης cod.),    A dyer, Gloss. ἰνδικοπλάστης, ὁ (Α) χρωματιστής, βαφέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰνδικόν, το «χρωστική ουσία» + -πλαστης (< πλάσσω), πρβλ. αγγειο-πλάστης
    961 bytes (31 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἰνδικοπλάστης, ὁ (Α) χρωματιστής, βαφέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰνδικόν, το «χρωστική ουσία» + -πλαστης (< πλάσσω), πρβλ. αγγειο-πλάστης, κηρο-πλάστης. Αναζήτηση
    488 bytes (26 words) - 06:38, 29 September 2017
  • cŏlōrātor: ōris, m., I a polisher, στιλβωτής et ινδικοπλάστης, Gloss. Lat.; Inscr. Murat. 887, 3.—Name of a comedy of Laberius, Gell. 6 (7), 9, 4. Look
    508 bytes (85 words) - 01:10, 28 February 2019